Η σχέση του Γιάννη Διον. Γκιώνη με το Ψάρι

Γιάννης Διονυσίου Γκιώνης – η σχέση του με το Ψάρι

Όταν διαχειρίζεσαι μία διαδικτυακή σελίδα, ας είναι μικρή, όπως η παρούσα, την είδηση που φτάνει στα αυτιά σου φροντίζεις πρώτα να την επιβεβαιώσεις και στην συνέχεια την δημοσιεύεις. Η κάθε είδηση είναι διαφορετική από την άλλη, δεν έχεις τον χρόνο να σκεφτείς πολλά παρά μόνο να ενημερώσεις τον αναγνώστη της, όχι μόνο τον Ψαραίο όπου γης, αλλά και αυτόν που είναι φίλος του χωριού ή ακόμα και ένας άγνωστος που από περιέργεια ξεφυλλίζει τα θέματά της. Είναι εύκολη όλη αυτή η διαδικασία, είναι όμως και πάρα πολύ δύσκολη όταν εμπλέκονται άθελά τους τα συναισθήματα, σε περιπτώσεις όπως αυτή της αναγγελίας του θανάτου του Γιάννη Διονυσίου Γκιώνη.

          Ο αείμνηστος πλέον αγαπητός συμπατριώτης μας, ήταν μία ξεχωριστή περίπτωση για το χωριό μας. Ακόμα όμως και η λέξη «αείμνηστος» μου φαίνεται δύσκολη, άδικη ίσως, πραγματικά δεν ξέρω αν ταιριάζει στην προσωπικότητα του Γιάννη Διον. Γκιώνη. Ο εκλιπών φίλος μας, συγγενής μας, πατριώτης μας, είχε μία ιδιαίτερη σχέση με το Ψάρι. Ας την δούμε παρέα.

          Γεννήθηκε στο Ψάρι δύο χρόνια πριν τον μεγάλο πόλεμο, και από την δυστυχία που έφερε στην συνέχεια ο Γερμανός καταχτητής, η ντροπή της ανθρώπινης ιστορίας, ο ναζί πολεμιστής. Η οικογένειά του, όπως και κάθε οικογένεια στο Ψάρι και στην Ελλάδα, έζησε στο πετσί της τον τρόμο της ανέχειας σαν φυσική συνέπεια από μία βάρβαρη κατάχτηση. Σε ηλικία 10 χρονών ο Γιάννης Διον. Γκιώνης, με τα παιδικά του μάτια βίωσε την ανθρώπινη κατάπτωση, δηλαδή τον άθλιο εμφύλιο σπαραγμό που αδελφός πολεμούσε με αδελφό. Την άθλια εκείνη διαμάχη που Έλληνες σφάζονταν μεταξύ τους υπηρετώντας τις μεγάλες δυνάμεις και τα γεωπολιτικά τους σχέδια. Στην εφηβεία του ο εκλιπών, βίωσε τα πέτρινα χρόνια, τον διαχωρισμό των Ελλήνων σε καλούς και κακούς, διαχωρισμό που επέβαλαν οι νικητές, και που δυστυχώς, ακόμα και σήμερα το μίσος που γεννήθηκε τότε, είναι διακριτό.

          Το περιβάλλον του χωριού, μετά και την εμφυλιοπολεμική λαίλαπα, προσπάθησε να σηκωθεί, οι καλλιεργητές της γης όργωναν τα χωράφια τους, οι τσοπάνηδες έβοσκαν τα πράματά τους, η ζωή άρχιζε να βρίσκει τον δρόμο της. Μονάχα η φτώχεια παρέμενε μιάς και οι οικογένειες πλήθυναν, και τα αγαθά της γης δεν επαρκούσαν για τον βιοπορισμό τους. Ανήσυχο πνεύμα ο εκλιπών, θέλησε να δει τον κόσμο διαφορετικά, να φύγει από τα στενά όρια που έθετε η ζωή του χωριού, την ίδια ακριβώς ανησυχία που είχε η γενιά του, η γενιά των πέτρινων χρόνων όπως ακούστηκε στην συνέχεια.

          Έγινε εκπαιδευτικός, καθηγητής φιλόλογος και γνώρισε τον κόσμο μέσα από τα βιβλία, μέσα από την τάξη των σχολείων που δίδαξε τους νέους και διδάχτηκε από αυτούς. Οι νέοι, πάντα έχουν κάτι καινούργιο, κάτι φρέσκο να σου πουν, αρκεί να τους ακούσεις. Και ο Γιάννης Διον. Γκιώνης, είχε την τέχνη της διδασκαλίας, είχε όμως αποκτήσει την ακόμα δυσκολότερη τέχνη, αυτή του να μπορείς, να ξέρεις να ακούς τον νέο. Με τον νέο, είχε μία αμεσότητα ζηλευτή, αγαπήθηκε από αυτούς, όπως αγαπήθηκε και από τους συμπατριώτες του. Ακόμα για έναν λόγο, δεν ήταν άνθρωπος συγκρουσιακός. Ανεξάρτητα από την πολιτική του ιδεολογία που φυσικά δεν με αφορούσε -όπως δεν με αφορά κανενός συνανθρώπου η ιδεολογική θέση του- και παρ’ ότι οι ιδεολογίες είναι από την φύση τους συγκρουσιακές, ο εκλιπών, με έναν μαγικό τρόπο, εξαφάνιζε από τον λόγο του κάθε τι συγκρουσιακό. Είναι αληθινή τέχνη αυτή, να μπορείς να συμπορεύεσαι και να συνευρίσκεσαι με τους συνανθρώπους σου αδιαφορώντας για τα ιδεολογικά τους πιστεύω. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους πιστεύω, που στάθηκε ο ιδανικός πρόεδρος που είχε ποτέ η Αδελφότητα Ψαραίων.

          Ναι, ο Γιάννης Διον. Γκιώνης, σαν πρόεδρος της Αδελφότητας επί πολλά έτη, νομίζω 12, αν κάνω λάθος ας μου το συγχωρήσετε, ήταν αυτός που είδε όλους τους Ψαραίους σαν έναν, στην θητεία του δηλαδή, δούλεψε και προς την κατεύθυνση αυτή, της ενότητας, και νομίζω ότι πέτυχε απόλυτα στον σκοπό του. Επί των ημερών του, το τόλμησε αυτό με την αρωγή των συμβούλων του, καθιέρωσε την γιορτή του Αγιαννιού όπως εμείς όλοι την γνωρίζουμε σήμερα. Την έκανε δηλαδή διήμερη, ενώ μέχρι τότε, ήταν γιορτή μιάς ημέρας, ανήμερα του Αγιαννιού. Το εγχείρημα εκείνο της προέκτασης της γιορτής, γέννησε την ανάγκη του Κυλικείου, ενός πολύτιμου κτιριακού χώρου, του πρώτου ίσως στον γορτυνιακό χώρο -μετά ακολούθησαν και άλλα χωριά την συνήθεια αυτή- που πρόσφερε και προσφέρει στο Ψάρι χρήσιμες εκδουλεύσεις φιλοξενώντας διαφορετικές εκδηλώσεις. Η αγάπη του για τους νέους, γέννησε το πρώτο γήπεδο του basket στον γορτυνιακό χώρο, και οι παιδικές φωνές που γέμιζαν τα βουνά, βρήκαν σε αυτό μία διέξοδο χάρη του παιχνιδιού.

          Όμως, η προσφορά του εκλιπόντος στα πράγματα του χωριού μας, η σημαντικότερη, ήταν άλλη, με τον ήρεμο λόγο του, έφερε τους Ψαραίους σε αγαστή ενότητα, με τον τρόπο του, σε έπειθε να προσφέρεις από το περίσσευμα σου στο χωριό, πολλοί μάλιστα πρόσφεραν και από το υστέρημά τους. Αυτός ήταν ο Γιάννης Διον. Γκιώνης, ένας άνθρωπος που έμπαινε στην καρδιά κάθε πατριώτη, αβίαστα, μαγικά, και την κατακτούσε.

          Αν γεννηθείς στην Αρκαδία λένε, σε αυτήν πάντα επιστρέφεις, αν κοιμηθείς στον ίσκιο του πουρναριού της τον ίσκιο αυτόν ποτέ δεν τον ξεχνάς, σε αυτόν πάντα επιστρέφεις. Έτσι και ο Γιάννης Διον. Γκιώνης, επέστρεψε στον ίσκιο του πουρναριού για τον αιώνιο του ύπνο, γιατί η σχέση αυτή με το Ψάρι και τους ανθρώπους του δεν διακόπτεται ποτέ.

 

 

 

 

 

 

 

Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος