News Flash

Displays a set number of articles from a category based on date or random selection. Help

  • Κατερίνα Αναστασοπούλου – Κατσολεδάκη

     

    Ο μπάρμπας μου ο Γιάννης, αδελφός του πατέρα μου, ήταν ένας τυχερός άνθρωπος. Ευτύχησε και γνώρισε στη ζωή του την Κατερίνα και πορεύθηκαν με αγάπη τον μακρύ βίο τους. Αυτός Αρκάς, ή θεία μου από το χωριό Αργυρούπολη του νομού Ρεθύμνου. Το 2019 έφυγε από τη ζωή ο μπάρμπας μου, αλλά η θεία μου, παρά την απώλειά της, απάλυνε τον πόνο της με τη στοργή και τη φροντίδα των παιδιών της, της Μαρίας και του Βασίλη. Τυχερή και η θεία μου που είχε τέτοιο σύζυγο και τέτοια παιδιά.

    Όμως όχι, δεν ήταν μόνο αυτοί, ο Μιχάλης Σφυράκης -σύζυγος της Μαρίας, και η Εύη Λιβιτσάνου -σύζυγος του Βασίλη, μαζί με τα παιδιά τους, την Ελπίδα, τη Ζωή, την Κατερίνα και τον Γιάννη, στάθηκαν με αγάπη γύρω από τη θεία μου μέχρι τις τελευταίες και δύσκολες στιγμές της.

    Η θεία μου η Κατερίνα, στον επαγγελματικό της βίο, ήταν καθηγήτρια φιλόλογος. Πρώτα στην Αίγινα, μετά στο παλιό εξατάξιο Γυμνάσιο Γαλατσίου και στη συνέχεια στη Γκράβα ως διευθύντρια. Η καλύτερη αναφορά όμως γι’ αυτήν, έρχεται από τις μαθήτριες και τους μαθητές που είχε και που ο λόγος αυτών συμπυκνώνεται σε μία μικρή φράση τους: «Ήταν πολύ αυστηρή η θεία σου αλλά μας έμαθε γράμματα».

    Ναι, ήταν της παλιάς σχολής των καθηγητών η θεία μου και έμαθε στους μαθητές γράμματα, επειδή ήξερε και γράμματα και αγαπούσε πολύ αυτό που έκανε.

    Τώρα, πλήρης ημερών, θέλησε να ξεκουραστεί, θέλησε ν’ ανταμώσει πάλι τον αγαπημένο της σύζυγο, και πάλι μαζί να περπατούν στους αιθέρες της αιωνιότητας.  

    Στα παιδιά της, στην Μαρία & τον Μιχάλη, στον Βασίλη & στην Εύη, και στα εγγόνια της, την Ελπίδα & τη Ζωή, την Κατερίνα & τον Γιάννη, να είστε καλά και να θυμάστε με αγάπη την Κατερίνα σας.

    Καλό Ταξίδι θεία.

    =======
    Η Εξόδιος Ακολουθία της Κατερίνας Αναστασοπούλου – Κατσολεδάκη, θα πραγματοποιηθεί στις 6 Ιουνίου 2026, το Σάββατο στις 12.00 μμ. στο κοιμητήριο Ζωγράφου.

    =======

     

     

     

    Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος

     
  • Τα ζεύγη των αντιθέτων στα μαγικά ταξίδια 

     

    Οι γραμμές επί τού χάρτου που ορίζουν την Ελλάδα αλλά και την κάθε κρατική οντότητα σε πλανητικό επίπεδο, είναι αποτελέσματα πολέμων. Και πόλεμος σημαίνει χαμένο αίμα των αδυνάτων προς όφελος των ισχυρών. Πόλεμος σημαίνει την φυσική επιλογή όπως εμείς την ερμηνεύουμε, ο δυνατός επικρατεί, ο αδύνατος υποτάσσεται (στην καλύτερη περίπτωση). Τα ζεύγη των αντιθέτων αποτελούν μέρος της ζωής μας διότι εμείς το θελήσαμε, τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις. Είναι αυτά ικανά να φέρουν ισορροπία στη ζωή μας εκτός από πόνο; Πραγματικά δεν ξέρω.

                Ρωτήθηκα προ ημερών, ποιο ήταν το καλύτερο ταξίδι που έκανα στην Ελλάδα. Αφορμή για την ερώτηση αυτή στάθηκε μια κουβέντα που κάναμε για τις ορειβατικές διαδρομές στην Ελλάδα, για τους τόπους που γνωρίσαμε, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε, ή ακόμα και για τους κινδύνους που βιώσαμε.

                Δεν θέλησα να δώσω απάντηση στο ερώτημα αυτό, διότι η κάθε βουνοκορφή, η κάθε ρεματιά, το κάθε μονοπάτι, η δύσκολη φαραγγιά, τα αλπικά πεδία, τα ποτάμια, οι λίμνες στα ψηλά ή στα χαμηλότερα, τα απέραντα δάση και οι γυμνοί τόποι, τα ξερονήσια του Αιγαίου πελάγους και η απέραντη ακτογραμμή, όλα αυτά και πόσα ακόμη, συνθέτουν την ενότητα. Από ψηλά, βλέπεις μία εικόνα, από χαμηλά η εικόνα σπάει σε κομμάτια και η ενότητα χάνεται. Για τον λόγο αυτό δεν έδωσα απάντηση, για να μην κομματιάσω την ενότητα. Στην ενότητα, δεν υπάρχουν αντίθετα.

                Τα ζεύγη των αντιθέτων, ήταν έντονα αισθητά, στα ταξίδια της παιδικής ηλικίας. Από την αρχή ενός ταξιδίου ως το χωριό στην Αρκαδία χρειαζόμασταν ένα εικοσιτετράωρο περίπου (με τις αναγκαίες στάσεις). Τότε, από άγνοια, νόμιζα ότι η Πελοπόννησος άρχιζε από τον Ισθμό της Κορίνθου και μετά, σαν μεγάλωσα έμαθα ότι δεν ήταν νησί η νήσος του Πέλοπα και … απογοητεύτηκα. Μικρή ήταν όμως η απογοήτευση μπρός στον προορισμό για το χωριό. Εκείνο το ταξίδι, ήταν μαγικό, όχι μόνο διότι αισθανόμουν δέος περνώντας το κανάλι, όχι διότι η αδρεναλίνη έφτανε σε υψηλά επίπεδα στα πέταλα του Κολοσούρτη, ούτε όταν το λεωφορείο της γραμμής αγκομαχούσε στους δύσκολους αρκαδικούς δρόμους.

                Το ταξίδι με το λεωφορείο τερματιζόταν πριν το σούρουπο στο χωριό Σέρβου. Από εκεί όμως για το χωριό, το Ψάρι, έμεναν ακόμη τρείς-τέσσερις ώρες δρόμου, αλλά τι δρόμου, μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια που μας έπιανε και η νύχτα. Ειδικότερα όταν μας έβρισκε η νύχτα σαν κατεβαίναμε τα Σερβέϊκα αμπέλια προς τη Γκούρα και το πέρασμα αυτής, καβάλα στ’ άλογα και τα μουλάρια, οι ήχοι του νερού, οι ήχοι της άγριας πανίδας, οι ήχοι του ανέμου, οι ήχοι από τα πέταλα των ζώων με το φορτίο τους – παράλληλα με όλα αυτά και η εκκωφαντική σιωπή, όλα αυτά τα μικρά, μας έδιναν πρωτόγνωρη χαρά. Ήταν οι στιγμές εκείνες που τα ταξίδια γινόντουσαν πραγματικά μαγικά, δίχως ίχνος υπερβολής.

                Μαγική όμως ήταν στη συνέχεια και η παραμονή μας στο χωριό. Δεν ήταν μόνο οι μυρωδιές από τις καμένες καλαμιές στα σταροχώραφα, οι μυρωδιές από την καβαλίνα που βρισκόταν παντού στον χώρο, οι μυρωδιές από τις κοπριές των αιγοπροβάτων, η γεύση του νερού της Μπουσμπούνας, η γεύση της φρέσκιας ντομάτας που κόβαμε από τον κήπο στο ρέμα του Μπερτσακώπου, το αχλάδι που γευόμασταν από την αχλαδιά και το σκουπίζαμε από τη σκόνη του, στα βρώμικα από το παιχνίδι ρούχα μας. Όλα, τα πάντα ήταν μαγικά. Μέσα σε αυτά, τα άλογα και τα μουλάρια που ποτίζαμε στις βρύσες, στο χωριό ή μακρύτερα από αυτό, στην καβαλαρία που κάναμε, στα δίχως τέλος κυνήγια των καβουριών στα ρέματα.

                Και μετά, την ώρα που παίρναμε νύχτα τον δρόμο της επιστροφής, πάντα με τ’ άλογα και τα μουλάρια, από το Ψάρι μέχρι το Λυκούρεση και του Σέρβου (διαφορετική η διαδρομή της επιστροφής), η χαρά εξαφανιζόταν και η λύπη πλημμύριζε τις καρδιές μας. Η λύπη αυτή είχε διάρκεια, και στην Αθήνα που φτάναμε, μας συντρόφευε για αρκετές μέρες.

                Χαρά και λύπη, αρώματα και γκρίζα πόλη, παράδεισος και κόλαση, αυτά ήταν τα ζεύγη των αντιθέτων στα μακρινά μαγικά ταξίδια μας. Σήμερα βέβαια έχουν αλλάξει τα πράγματα, οι συνθήκες ζωής, και καλώς έχουν αλλάξει. Οφείλουμε να προσαρμοζόμαστε στις ανάγκες της ζωής, όμως στα ταξίδια μας, μπορούμε να νιώθουμε -αν φυσικά το θέλουμε-, τη μαγεία της διαδρομής και της παραμονής.

                Αρκεί μόνο ν’ αποφεύγουμε, ή να μη  υιοθετούμε τα ζεύγη των αντιθέτων που από τη φύση τους παράγουν συγκρούσεις, κυρίως συναισθηματικές.

     

     

     

     

     

    Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος

               

     
  • Μυστήριο

     

    Η Αλήθεια βρίσκεται στα βάθη
    (Δημόκριτος)

     

    Ο Δημόκριτος έδωσε έναν παράξενο ορισμό του «ανθρώπου»: «Άνθρωπος είναι αυτό που όλοι γνωρίζουμε».

    Αυτό που μας λέει ο Δημόκριτος δεν είναι μία κοινοτοπία. Η φύση του ανθρώπου δεν είναι η εσωτερική δομή του, αλλά το δίκτυο των προσωπικών, οικογενειακών και κοινωνικών αλληλοεπιδράσεων εντός του οποίου υπάρχει. Από αυτές ακριβώς «αποτελούμαστε», αυτές μας φυλάσσουν. Ως άνθρωποι, είμαστε αυτό που οι άλλοι γνωρίζουν για εμάς, αυτό που εμείς γνωρίζουμε για τον εαυτό μας, και αυτό το οποίο οι άλλοι γνωρίζουν για τη γνώση μας. Είμαστε πολύπλοκα κομβικά σημεία σε ένα πλούσιο δίκτυο αμοιβαίων πληροφοριών.  

    Έχω περιγράψει αυτό που για μένα είναι η φύση των πραγμάτων, υπό το φως όσων έχουμε μάθει μέχρι σήμερα. Συνόψισα την ανάπτυξη ορισμένων βασικών ιδεών της θεμελιώδους φυσικής και εξήγησα τις μεγάλες ανακαλύψεις των φυσικών στον εικοστό αιώνα και την εικόνα του κόσμου που σχηματίζεται από τις έρευνες στην κβαντική θεωρία της βαρύτητας.

    Είμαι όμως βέβαιος για όλα αυτά; Όχι, δεν είμαι.

    Μία από τις πρώτες και ωραιότερες σελίδες στην ιστορία της επιστήμης είναι το χωρίο από τον Φαίδρο του Πλάτωνα, στο οποίο ο Σωκράτης εξηγεί το σχήμα της γης.

    Ο Σωκράτης λέει ότι «πιστεύει» πως η Γη είναι μία σφαίρα, με μεγάλες κοιλάδες, στις οποίες ζουν οι άνθρωποι. Μολονότι μοιάζει λίγο μπερδεμένος, έχει σε γενικές γραμμές δίκιο. Και προσθέτει, «δεν είμαι βέβαιος». Αυτή η σελίδα αξίζει περισσότερο από όλες τις χωρίς νόημα ιδέες περί αθανασίας της ψυχής που συναντούμε στον υπόλοιπο διάλογο. Δεν είναι μόνο το παλαιότερο κείμενο που μιλάει ρητά για το γεγονός ότι η Γη πρέπει να είναι σφαιρική. Το σημαντικότερο είναι ότι ακτινοβολεί με την κρυστάλλινη διαύγεια με την οποία ο Πλάτωνας παραδέχεται τα όρια των γνώσεων της εποχής του. «Δεν είμαι βέβαιος», ομολογεί ο Σωκράτης.

    Αυτή η οξυδερκής επίγνωση της άγνοιάς μας βρίσκεται στην καρδιά της επιστημονικής σκέψης. Χάρη σ’ αυτή την επίγνωση των ορίων της γνώσης μας έχουμε καταφέρει να μάθουμε τόσα πολλά. Δεν είμαστε βέβαιοι για όλα όσα υποψιαζόμαστε, ακριβώς όπως ο Σωκράτης δεν ήταν βέβαιος για τη σφαιρική φύση της Γης. Εξερευνούμε στη μεθόριο της γνώσης μας.

    Η επίγνωση των ορίων της γνώσης μας είναι επίσης επίγνωση του γεγονότος πως όσα γνωρίζουμε μπορεί τελικά να αποδειχτούν λανθασμένα, ή ανακριβή. Μόνο αν έχουμε πάντοτε κατά νου ότι τα πιστεύω μας μπορεί τελικά να αποδειχτούν εσφαλμένα, είναι δυνατόν να απελευθερωθούμε από λανθασμένες ιδέες, και να μάθουμε. Για να μάθουμε κάτι, πρέπει να διαθέτουμε θάρρος να αποδεχτούμε πως αυτό που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, συμπεριλαμβανομένων των πλέον ριζωμένων πεποιθήσεών μας, μπορεί να είναι λάθος, ή τουλάχιστον αφελές – σκέτες σκιές στους τοίχους ενός πλατωνικού σπηλαίου.

    Η επιστήμη γεννιέται από αυτή την πράξη ταπεινότητας, όταν δεν εμπιστευόμαστε τυφλά τη γνώση του παρελθόντος και τις διαισθήσεις μας. Όταν δεν πιστεύουμε όλα όσα λένε όλοι. Όταν δεν έχουμε πίστη στη συσσωρευμένη γνώση των πατέρων και των παππούδων μας. Δεν μαθαίνουμε τίποτα εάν νομίζουμε ότι ξέρουμε ήδη τα βασικά, εάν υποθέτουμε ότι βρίσκονται γραμμένα σε κάποιο βιβλίο ή ότι τα γνωρίζουν οι σοφοί μιάς φυλής. Οι αιώνες στους οποίους οι άνθρωποι είχαν οδηγό την πίστη τους και μόνο, ήταν αιώνες στους οποίους μάθαμε ελάχιστα νέα πράγματα. Εάν ο Αϊνστάιν, ο Νεύτωνας και ο Κοπέρνικος εμπιστεύονταν τη γνώση των πατέρων τους, δεν θα αμφισβητούσαν ποτέ τίποτα και δεν θα κατάφερναν ποτέ να αυξήσουν και να προαγάγουν τις γνώσεις μας. Εάν κανείς δεν αμφέβαλλε, θα λατρεύαμε ακόμα φαραώ και θα πιστεύαμε ότι η Γη στηρίζεται στην πλάτη μιάς γιγάντιας χελώνας.

    Η επιστήμη κατηγορείται μερικές φορές ότι προσποιείται πως γνωρίζει τα πάντα, ότι πιστεύει πως διαθέτει απάντησε σε κάθε ερώτημα. Πρόκειται για μία μάλλον περίεργη κατηγορία. Όπως γνωρίζουν όλοι οι ερευνητές που διεξάγουν έρευνα στα εργαστήρια όλου του κόσμου, ασκώ επιστήμη σημαίνει προσκρούω στα όρια της άγνοιάς μου σε καθημερινή βάση – στα αναρίθμητα πράγματα που δεν γνωρίζω και δεν μπορώ να κάνω. Κι αυτό διαφέρει αρκετά από το να ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω τα πάντα.

    Εάν όμως δεν είμαστε βέβαιοι για τίποτα, πως θα μπορούσαμε να στηριχθούμε σε όσα μας λέει η επιστήμη; Η απάντηση είναι απλή. Η επιστήμη δεν είναι αξιόπιστη επειδή προσφέρει βεβαιότητα. Είναι αξιόπιστη γιατί μας προσφέρει τις καλύτερες απαντήσεις που διαθέτουμε προς το παρόν. Επιστήμη είναι ό,τι παραπάνω γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τα προβλήματα με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι. Είναι ακριβώς η ανοιχτόμυαλη νοοτροπία της, το γεγονός ότι διαρκώς αμφισβητεί την τρέχουσα γνώση, που εγγυάται ότι οι απαντήσεις που προσφέρει είναι οι καλύτερες διαθέσιμες – εάν ανακαλύψουμε καλύτερες απαντήσεις, τότε οι νέες απαντήσεις γίνονται επιστήμη.

    Άρα, οι απαντήσεις που δίνει η επιστήμη δεν είναι αξιόπιστες επειδή είναι οριστικές. Είναι αξιόπιστες επειδή δεν είναι οριστικές. Είναι αξιόπιστες επειδή είναι οι καλύτερες διαθέσιμες σήμερα. Και είναι οι καλύτερες διαθέσιμες επειδή δεν τις θεωρούμε οριστικές, αλλά δύνανται να βελτιωθούν. Η επιστήμη αποκτά την αξιοπιστία της χάρη στην επίγνωσή της άγνοιάς μας.

    Και αυτό που χρειαζόμαστε είναι η αξιοπιστία, όχι η βεβαιότητα. Δεν διαθέτουμε απόλυτη βεβαιότητα, και ποτέ δεν θα αποκτήσουμε – εκτός εάν αποδεχτούμε την τυφλή πίστη. Οι πιο πιστευτές απαντήσεις είναι εκείνες που δίνει η επιστήμη, επειδή η επιστήμη είναι η αναζήτηση για τις πιο αξιόπιστες διαθέσιμες απαντήσεις, όχι για απαντήσεις που ενδύονται την βεβαιότητα.

    Αν και ριζωμένη στη παρελθοντική γνώση, η επιστήμη είναι μία περιπέτεια βασισμένη στη διαρκή αλλαγή. Η επιστημονική σκέψη είναι από τη φύση της επικριτική, επαναστατική και δεν την ικανοποιούν οι «apriori[1]» έννοιες και ιδέες, η ευλάβεια και οι ιερές αλήθειες, τα πράγματα που δεν πρέπει να θίξεις. Η αναζήτηση της γνώσης δεν θρέφεται από την βεβαιότητα, αλλά καλλιεργείται από τη ριζοσπαστική δυσπιστία απέναντι στη βεβαιότητα.

    Αυτό σημαίνει ότι η επιστήμη δεν πιστεύει όσους ισχυρίζονται ότι κατέχουν την αλήθεια. Για τον λόγο αυτό, η επιστήμη και η θρησκεία βρίσκονται συχνά αντιμέτωπες ή σε πορεία σύγκρουσης. Όχι επειδή η επιστήμη προσποιείται ότι γνωρίζει τις ύστατες απαντήσεις, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή το επιστημονικό πνεύμα δυσπιστεί απέναντι σε όποιον ισχυρίζεται ότι διαθέτει ύστατες απαντήσεις, ή ότι έχει προνομιακή πρόσβαση στην Αλήθεια. Και αυτή η δυσπιστία ενοχλεί ορισμένα θρησκευτικά κέντρα. Δεν ενοχλείται η επιστήμη από τη θρησκεία, αλλά ορισμένες θρησκείες από την επιστημονική σκέψη.

    Η αποδοχή της ουσιώδους αβεβαιότητας της γνώσης μας ισοδυναμεί με την αποδοχή ότι ζούμε βυθισμένοι στην άγνοια και, συνεπώς, στο μυστήριο, ότι ζούμε με ερωτήματα των οποίων τις απαντήσεις δεν γνωρίζουμε. Ίσως να μην τις γνωρίζουμε ακόμα, ή ποιος ξέρει; Να μην τις μάθουμε ποτέ. Ίσως είναι δύσκολο να ζει κανείς με την αβεβαιότητα. Υπάρχουν εκείνοι που προτιμούν την οποιαδήποτε βεβαιότητα, ακόμα και αν είναι αβάσιμη, παρά την αβεβαιότητα που έπεται από την αναγνώριση των ο΄ριων μας. Υπάρχουν κάποιοι που προτιμούν να πιστεύου μία ιστορία, απλά και μόνο επειδή την πίστευαν οι πρόγονοί τους, παρά να ασπαστούν με θάρρος της αβεβαιότητα.

    Η άγνοια μπορεί πράγματι να γίνει τρομακτική. Από φόβο, αφηγούμαστε στον εαυτό μας καθησυχαστικές ιστορίες: εκεί ψηλά πάνω από τα αστέρια, υπάρχει ένας μαγικός κήπος, με έναν ευγενή πατέρα που θα μας καλωσορίσει με ανοιχτές αγκάλες. Δεν έχει σημασία αν αυτό αληθεύει, έχει σημασία ότι μας καθησυχάζει.

    Στον κόσμο μας, υπάρχει πάντοτε κάποιος ο οποίος ισχυρίζεται ότι μας αποκαλύπτει τις τελικές απαντήσεις. Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους που λένε ότι διαθέτουν την Αλήθεια. Επειδή την παρέλαβαν από τους πατέρες τους, επειδή τη διάβασαν σε ένα Μεγάλο Βιβλίο, επειδή την έλαβαν απευθείας από ένα θεό, επειδή τη θεμελίωσαν στα βάθη του εαυτού τους. Υπάρχει πάντοτε κάποιος που διαθέτει το θράσος να ισχυριστεί ότι είναι θεματοφύλακας της Αλήθειας, παραβλέποντας το γεγονός ότι ο κόσμος είναι γεμάτος από άλλους θεματοφύλακες της Αλήθειας, ο καθένας της δικής του Αλήθειας, διαφορετικής κάθε φορά από των άλλων. Υπάρχει πάντοτε κάποιος προφήτης ντυμένος στα λευκά, ο οποίος έρχεται να εκστομίσει τις λέξεις «Ακολούθα με, είμαι η αληθινή οδός».

    Δεν θέλω να επικρίνω εκείνους που προτιμούν να πιστεύουν με αυτό τον τρόπο – είμαστε όλοι ελεύθεροι να πιστεύουμε ό,τι θέλουμε. Ίσως τελικά υπάρχουν σπέρματα αλήθειας στο αστείο που αποδίδεται στον άγιο Αυγουστίνο: Τι έκαν εο θεός πριν δημιουργήσει τον κόσμο; Προετοίμαζε την κόλαση για εκείνους που θέλουν να διερευνήσουν εξονυχιστικά τα βαθιά μυστήρια. Όμως αυτά τα βαθιά μυστήρια είναι ακριβώς τα «βάθη» στα οποία ο Δημόκριτος μας καλεί να αναζητήσουμε την αλήθεια.

    Από τη δική μου πλευρά, προτιμώ να κοιτώ καταπρόσωπο την άγνοιά μας, να την αποδέχομαι και να προσπαθώ να δώ λίγο παραπέρα, να προσπαθώ να κατανοήσω αυτό που έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε. Όχι μόνο επειδή αποδεχόμενος την άγνοια αποφεύγω τις προκαταλήψεις και προλήψεις, αλλά επειδή η εξαρχής αποδοχή της άγνοιάς μας είναι κατά τη γνώμη μου η αληθέστερη, η ωραιότερη και, πάνω από όλα, η ειλικρινέστερη οδός

    Η προσπάθειά να δούμε παραπέρα, να πάμε παραπέρα, είναι για μένα ένα από τα πιο θεαματικά πράγματα που δίνουν νόημα στη ζωή. Όπως είναι η αγάπη, ή η ενατένιση του ουρανού. Η περιέργεια να μάθεις, να ανακαλύψεις, να δείς πέρα από το λόφο, η επιθυμία να γευτείς το μήλο: αυτά είναι τα πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους. Όπως θυμίζει ο Οδυσσέας του Δάντη στους συντρόφους του, δεν είμαστε φτιαγμένοι «για να ζούμε σαν κτήνη, αλλά για να αναζητούμε την αρετή και τη γνώση».

    Ο κόσμος είναι εκπληκτικότερος και βαθύτερος από όλους τους μύθους των προπατόρων μας. Θέλω να προχωρήσω και να τον δω. Η αποδοχή της αβεβαιότητας δεν μειώνει επ’ ουδενί την αίσθηση του μυστηρίου. Απεναντίας, είμαστε διαρκώς βυθισμένοι στα μυστήρια και την ομορφιά του κόσμου. Ο κόσμος που αποκαλύπτει η κβαντική βαρύτητα είναι ένας νέος και παράξενος κόσμος – και πάλι γεμάτος μυστήριο, αλλά όλο συνοχή μέσα στην απλή και κρυστάλλινη ομορφιά του.

    Είναι ένας κόσμος που δεν υπάρχει στον χώρο και δεν εξελίσσεται στον χρόνο. Ένας κόσμος κβαντικών αποκλειστικά πεδίων που αλληλεπιδρούν, από το σμάρι των οποίων παράγεται -μέσα από ένα πυκνό δίκτυο αμοιβαίων αλληλεπιδράσεων- ο χώρος, ο χρόνος, τα σωματίδια, τα κύματα και το φως.

     

     

    Carlo Rovelli

    Απόσπασμα από το έργο του: «Η πραγματικότητα δεν είναι αυτό που φαίνεται», εκδόσεις Πατάκη, 2024.



    [1] Εκ των προτέρων.

     
  • Διένεξη κράτους με τον οικισμό Μπουγιάτι-Σαρακίνι

     

    Εν Αθήναι τη 23 Μαΐου 1835
    Προς την Α. Μ. Τον Βασιλέα της Ελλάδος
    Μεγαλειότατε

     

    Οι υποφαινόμενοι πιστοί υπήκοοι της ημετέρας Μεγαλειότητος σταλέντες ενταύθα παρά των συμπατριωτών μας, κατοίκων του χωρίου Βουγιάτι-Σαρακίνι, κειμένου εις την επαρχίαν Γορτύνης, λαμβάνομε την τόλμην να θέσομεν εις τους πόδας του θρόνου του υψηλού, της ημετέρας μεγαλειότητος τα δίκαια παράπονά μας, και να καθικετεύσομεν αυτήν θερμώς να ευαρεστηθεί να εισακούσει τας ταπεινάς μας δεήσεις.

    Ενώ υπό την αιγίδα της πατρικής ημών Κυβερνήσεως ηρχίσαμεν τέλος πάντων ν’ απολαμβάνομεν τα δώρα της ησυχίας και ευνομίας, νεμόμενοι αταράχτως τους καρπούς των κόπων μας, τους οποίους τοσούτων χρόνων αναρχία μας καθυστέρει σκληρώς, αίφνης και παρά πάσαν προσδοκίαν μας, προ ένα ήδη χρόνον, ο Βασιλικός Έφορος της Επαρχίας Γορτύνης άρχισε να μας επαπειλεί ότι το χωρίον μας θέλει γίνει εθνικόν διότι δεν έχομεν έγγραφα ιδιοκτησίας να του παρουσιάσομεν. Εις μάτην ανεφέρθημεν και εις αυτόν πολλάκις και εις την επί των οικονομικών Β. (Βασιλική) Γραμματείαν ότι το χωρίον μας τούτο είναι ανέκαθεν ιδιοκτησίας μας, ότι και έγγραφα αν δεν έχομεν εις χείρας τούτο δεν είναι ….

     

    Συνεχίζετε ανοίγοντας το αρχείο Pdf. 

     

    https://opsarion.gr/images/gallery/bougiati.pdf

     

      

     

     

     

     

     

     

    Opsarion.gr

     
  • Μεγαλόπολη – από την αρχαιότητα μέχρι το σήμερα

     

    Για την Αρκαδία, έχουν γραφτεί πολλά βιβλία στην εποχή μας -και όχι μόνο-, μελέτες, άρθρα, πονήματα, και δίνουν πλούτο με την παρουσία τους στη βιβλιογραφία όλων των επαρχιών της. Για τη Μεγαλόπολη και τις άλλες επαρχίες της Αρκαδίας, οι συγγραφείς επικεντρώνονταν συνήθως σε τοπικό επίπεδο με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις αλλά με άξια λόγου έργα. Σφαιρικά, σαν ενιαίο χώρο, ειδικότερα για τη Μεγαλόπολη, ένα μνημειώδες έργο δημοσιεύθηκε το 2022, των συγγραφέων Μαγδαληνής Ι. Γαλάνη & Θεόδωρου Ι. Γαλάνη με τον τίτλο: «Η Επαρχία Μεγαλόπολης Αρκαδίας μέσα από πρωτογενές ιστορικό αρχειακό υλικό, 1821-1912, 1104 σελίδων». Σήμερα όμως, έν έτι 2026, έρχεται ακόμα ένα μεγάλο έργο, ένα λεύκωμα, αυτό κάπως διαφορετικά από τα άλλα και αναφέρεται στη Μεγαλόπολη, την μεγάλη αδικημένη (κατά τη γνώμη μου) και την καθιστά εκ νέου Μεγάλη Πόλη. Ένα λεύκωμα που είναι έργο ζωής του συγγραφέα της, του Γιάννη Ασημακόπουλου με καταγωγή από το Ίσιωμα Καρυών, που ενοποιεί τον χώρο της, τον φωτίζει, και μας καλεί να τον γνωρίσουμε από τα βάθη της ιστορίας έως και τις μέρες μας.  

    «Μεγαλόπολη
    Από την αρχαιότητα μέχρι το σήμερα»

                «Την πορεία αυτού του τόπου και αυτών των ανθρώπων -ίδιοι πάντα στο πέρασμα των χιλιετιών- έγινε προσπάθεια να σκιαγραφήσουμε σε τούτο το λεύκωμα σε αδρές γραμμές, με εικόνες και λίγα λόγια», σημειώνει ο συγγραφέας στο προλογικό του σημείωμα. Και πράγματι, ξεκινά εντυπωσιακά το λεύκωμά του με το ρήγμα του Αλφειού ποταμού και συνεχίζει με την Αρκαδία της αρχαιότητας που ήταν εξ ολοκλήρου μεσόγεια.

                Όταν μιλάμε για Αρκαδία, θα πρέπει να έχουμε στο νου μας το Λύκαιο όρος, το ιερό βουνό των Αρκάδων, διότι όλα από αυτό ξεκίνησαν. Σε αυτό πρωτοκάθισε ο Πάνας και τον διαδέχθηκε ο Δίας για να δώσει στην Αρκαδία οικουμενική διάσταση. Ο συγγραφέας προχωρεί προσεκτικά, καταθέτει αναλυτικά το Λόγο του Μύθου -την αρχαιότατη δηλαδή ιστορία μας-, με την Αιγύτιδα στη νότια πλευρά της, την Παρράσια χώρα με κέντρο τη Λυκόσουρα (την πρώτη κατά τον Παυσανία οργανωμένη κοινωνία του αρχαίου κόσμου), ξεκαθαρίζει τα πράγματα με την καταγωγή του Δία που τον διεκδικούν εσφαλμένα -αν όχι αυθαίρετα- οι Κρήτες, και φτάνει στον Λυκάωνα, τον αναμορφωτή, όπως τον ονομάζει. Πράγματι, ο Λυκάων, ο γιός του Πελασγού, ήταν αυτός που αναμόρφωσε την Αρκαδία, ίδρυσε τη Λυκόσουρα, θέσπισε τα Λύκαια, αγώνες παλαιότερους από τα Παναθήναια.  

                Στη Λυκόσουρα στέκεται αρκετά ο συγγραφέας και δικαίως. Η πόλη αυτή είχε στα σπλάχνα της το ναό της Δέσποινας και το περίφημο σύμπλεγμα του Δαμοφώντα που αναπαριστούσε την Δέσποινα, την Δήμητρα, την Αρτέμιδα και τον τιτάνα τον Άνυτο. Μάλιστα, το αναφερόμενο σύμπλεγμα κοσμεί και το εξώφυλλο του λευκώματος.

                Ο Λυκάων απέκτησε πενήντα τέκνα που στη συνέχεια βασίλευσαν στην Αρκαδία αλλά και έξω από τα όρια της, ο Μάκενδος ίδρυσε το έθνος των Μακεδόνων, ο Φθίος τη Φθιώτιδα, ο Νύκτιμος στην Ιταλία κ.ά. Τόσο όμως ο πατέρας κι άλλο τόσο τα παιδιά του, υπήρξαν ασεβείς και τιμωρήθηκαν από τον Δία. Εδώ ο συγγραφέας στέκεται σε κάθε μυθολογικό γεγονός και μας δίνει πληροφορίες, με τρόπο τέτοιο που υπάρχει μία συνέχεια στην εξέλιξη.

                Περπατώντας στην αχλή της δημιουργίας ο συγγραφέας, σταδιακά περνά από τους μυθολογικούς χρόνους στους ιστορικούς, σε αυτούς που μας είναι πιο οικείοι και δεν επιδέχονται ερμηνειών. Μας δίνει λεπτομέρειες από την ίδρυση της Μεγάλης Πόλης, από το σπουδαίο θέατρο της και που δυστυχώς δεν έχει αξιωθεί η Πολιτεία να το αναστηλώσει ακόμη, αναφέρεται στο Βουλευτήριο (Θερσίλειο), εκεί όπου ανδρώθηκε και το «Αρκάδων Κοινόν» και φανέρωνε τη δημοκρατική φύση των Αρκάδων μιάς κι ελεύθερα σε αυτό εξέφραζαν τις ιδέες τους. Δεν παραλείπει τους επιφανείς Μεγαλοπολίτες του αρχαίου κόσμου, τον Νίκωνα -ποιητή τραγωδιών-, τον Πυλάδη -κιθαρωδό-, τον Διοφάνη -στρατηγό της Αχαϊκής Συμπολιτείας-, και φυσικά τον μέγιστο στρατηγό Φιλοποίμενα που εναντιώθηκε στους Ρωμαίους αλλά θανατώθηκε από τον Δεινοκράτη.

                Κατά τη ρωμαϊκή εποχή που καταλύθηκε η Μεγάλη Πόλη και απώλεσε τη παλιά της αίγλη, ένα τέκνο της, ο Πολύβιος, έμελλε να γίνει ο μεγαλύτερος ιστορικός της Ελληνιστικής περιόδου.

                Στους νεώτερους χρόνους, κάνει αναφορά για τις ορδές του Αλάριχου που γκρέμισαν τον αρχαίο κόσμο και δεν γλύτωσε ούτε ο πολιτισμικός πλούτος της Μεγαλόπολης, της Λυκόσουρας με το ιερό της Δέσποινα, συνεχίζει με το επόμενο κεφάλαιο που ονομάζει «Παρακμή» εύστοχα, με την κάθοδο των Σλάβων, των Αρβανιτών και τέλος την περίοδο της Ενετοκρατίας-Τουρκοκρατίας.

                Υμνεί την Αρκαδία στη συνέχεια μέσω της ειδυλλιακής Αρκαδίας που γεννήθηκε τον καιρό της Αναγέννησης με το Αρκαδικό Ιδεώδςς και τους «ποιμένες» του Poussin και φτάνει στην εποχή της Επανάστασης του 1821.

                Στο κεφάλαιο με τους ευρωπαίους περιηγητές, κάνει εκτενή αναφορά στον Βλαδίμηρο Νταβίντωφ που επισκέφτηκε όλους τους ιερούς τόπους της Μεγαλόπολης και του Λυκαίου όρους, καθώς και στον Εντγάρ Κινέ και σιγά-σιγά φτάνει στην εποχή μας, στη Μεγαλόπολη και τους οικισμούς της, μικρούς και μεγάλους και καταθέτει κάθε πληροφορία γι’ αυτούς. Δεν παραλείπει φυσικά ν’ αναφερθεί στη ζωή της υπαίθρου όταν η αγροτική οικονομία ανθούσε, στις συνθήκες ζωής, στα ήθη και έθιμα.

                Σε ξεχωριστό κεφάλαιο αναφέρεται λεπτομερώς στους λιγνίτες της Μεγαλόπολης, στις επιπτώσεις που είχε η εξόρυξή τους στο περιβάλλον, και κάνει μία συγκλονιστική αναφορά με το μνημείο των νεκρών – με τους νεκρούς εργάτες της ΔΕΗ Μεγαλόπολης, και δεν παραλείπει τέλος ν’ αναφερθεί και στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής από τα λιγνιτικά πεδία.

                Σε επόμενο κεφάλαιο μας πληροφορεί για τις Παλαιοανθρωπολογικές & Παλαιοντολογικές έρευνες στη λεκάνη της Μεγαλόπολης που ήρθαν στο φως, κυρίως με την εξόρυξη του λιγνίτη. Παλαιοντολογικά εργαλεία, απολιθωμένοι γιγάντιοι σκελετοί, ένας χαυλιόδοντας μεγάλων διαστάσεων, και άλλα ευρήματα, επαληθεύουν τις αναφορές του Παυσανία που έγραφε: «Βρίσκονται εκεί κόκαλα που ξεπερνούν σε μέγεθος τα ανθρώπινα».

                Στο τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας μας δίνει πληροφορίες για τη λαϊκή αρχιτεκτονική, κάνοντας αναφορά στις κλασικές κατοικίες με το ανωγοκάτωγο ή αυτές του μονόχωρου τύπου, στις βρύσες, στα γεφύρια, στις εκκλησίες, στ’ αλώνια και σε κάθε  έργο του ανθρώπου που βοήθαγε και απάλυνε τον βίο του.

                Το μεγάλο αυτό έργο του Γιάννη Ασημακόπουλου, που από τη στιγμή που κυκλοφόρησε απόκτησε τον τίτλο του «κλασικού», αποτελείται από 367 σελίδες και είναι διαστάσεων 33 επί 24,6 εκ. Είναι ίσως η σημαντικότερη αναφορά για τον χώρο της Μεγαλόπολης στην ελληνική τουλάχιστον βιβλιογραφία που ξεκινά από τον Λόγο του Μύθου μέχρι την εποχή μας. Η παράλληλη κατάθεση φωτογραφιών υψηλής ανάλυσης, δίνουν στον αναγνώστη ένα ελκυστικό έργο προς μελέτη. Ανοίγοντας τις σελίδες του, βρίσκεσαι στις αυλές τριών ορέων, του Λυκαίου, του Μαινάλου και του Ταϋγέτου, στον περίκλειστο δηλαδή χώρο της Μεγαλόπολης από τα κάστρα της Πελοποννήσου.

                Ένα έργο κόσμημα για κάθε φιλίστορα που αναζητά την ιστορική συνέχεια της ζωής, ειδικότερα στη λεκάνη της Μεγαλόπολης.

     

    =====
    Σημείωση: Το λεύκωμα «Μεγαλόπολη - Από την αρχαιότητα μέχρι το σήμερα», έκδοση του Αναπτυξιακού Οργανισμού Ο.Τ.Α. Αρκαδία Α.Ε., προς το παρόν διατίθεται δωρεάν από τον Δήμο Μεγαλόπολης.

     

     

     

     

     

    Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος