Διάσχιση της Γκούρας ...

Διάσχιση στη καρδιά της Γκούρας  (3/5/2009)    

     Δεν ξέρω αν έφταιγε η Πρωτομαγιά που σβήναμε κεράκια στην αρχαία Ολυμπία με καταπληκτική παρέα, ίσως  πάλι να ‘φταιξε το τηλεφώνημα της Ντίνας «πάμε στη Γκούρα;». που προηγήθηκε λίγες ημέρες πριν. Σημασία όμως έχει ότι η Γκούρα δεν ήταν για διάσχιση με το νερό που έτρεχε από τα σπλάχνα της. Και εμείς, σαν μεγάλα παιδιά που είμαστε και εντελώς απροσάρμοστα!, αποφασίσαμε να πάμε. Για την ακρίβεια, αποφάσισαν τα κορίτσια – όπως άλλωστε συνηθίζεται στην κοινωνία μας την ανδροκρατούμενη.

     Σαν έμπειροι όμως που είμαστε (!), Σάββατο πρωί πήγαμε στο γεφύρι στο Λυκούρεσι να δούμε τη δύναμη του νερού, και στη συνέχεια στο γεφύρι ανάμεσα Λυσσαρέα – Κοκκινοράχη. Εκεί μας περίμενε και ο καλός μας φίλος ο Παναγιώτης από την Κοκκινοράχη. Και από κοινού, παρέα και με τον Ορέστη είπαμε ότι με το νερό του φαραγγιού που είδαμε στα δύο αυτά σημεία, η διάσχιση θα ήταν όχι μόνο δύσκολη αλλά και επικίνδυνη. Τα κορίτσια όμως περίμεναν στο Ψάρι να επιστρέψουμε και να ξεκινήσουμε. Μας έφαγε χρόνο να αποφασίσουμε αν τελικά θα το επιχειρούσαμε. Φοβόμασταν όπως βλέπαμε το νερό να κατεβαίνει ορμητικό, πάλι όμως, δεν θέλαμε να το χάσουμε το επεισόδιο αυτό!. Αφήσαμε ένα αυτοκίνητο στο γεφύρι και επιστρέψαμε και οι τρείς στο χωριό.

     Η Κυριακή και η Αθηνά ήσαν ασυγκράτητες, η Ντίνα κάπως κουμπωμένη. Εμείς μουδιασμένοι. «Αν μπούμε μέσα σήμερα», λέω στα κορίτσια, «να ξέρετε πολύ απλά ότι θα ματώσουμε, θα κουραστούμε πολύ, θα βραχούμε μέχρι το κόκαλο» Με μία φωνή και οι τρείς τους λένε «πάμε». Την ώρα εκείνη που αποφάσισαν να πάμε, είδαμε τον Βασίλη τον Κωνσταντόπουλο και μας καλημέρισε. «Που πάτε παιδιά;» μας ρώτησε. «έλα κυρ Βασίλη» του λέω, «πάμε Γκούρα και θα βγούμε στη Λυσσαρέα». Ο κυρ Βασίλης, άνθρωπος γλυκύτατος, είναι πάντα πρόθυμος για ότι συμβαίνει στο χωριό, και την αγάπη του την δείχνει με ποικίλους τρόπους. «θα έλθω κι εγώ» τον ακούσαμε να λέει. Ευτυχώς όμως η γυναίκα του φοβούμενη τον καιρό, τον απέτρεψε.

      Ξεκινήσαμε από τον ξενώνα και πήραμε το παλιό μονοπάτι που περνά πίσω από το σχολείο και πέσαμε στο ρέμα του «Μπρεϊκόνι» και από εκεί στο ρέμα του «Κουριαλού». Η βρύση ως γνωστόν, είναι θαμμένη στα βάτα και μόλις που διακρινόταν αφού αυτά ακόμα δεν έχουν φουντώσει για να την καλύψουν. Από το σημείο αυτό του Κουριαλού, αρχίζει ουσιαστικά ο δρόμος προς τη Γκούρα. Μέσα στο ρέμα, σε κατάσταση άθλια συναντήσαμε την βρύση του Αποστόλη καλυμμένη εξ ολοκλήρου από ξερά βάτα. Λίγο πιο κάτω η βρύση «Κρεμάδε» ήταν τουλάχιστον ορατή και σε καλύτερη κάπως κατάσταση. Προχωρώντας, τα αρβύλια μας βούλιαζαν σε κάθε πάτημα μας. Και όσο κατεβαίναμε με πολύ μεγάλη προσοχή, τα πράγματα όλο και δυσκόλευαν. Κάποια παράπλευρα μονοπάτια είχαν κλείσει εντελώς και αναγκαζόμασταν και κάναμε καταβάσεις με το σχοινί που είχαμε μαζί μας. Και στο ύψος της «Τρύπας του Γιαννάκη», τα πράγματα έγιναν απελπιστικά δύσκολα. Ο Παναγιώτης με το πριόνι έκοβε συνέχεια βάτα και ο Ορέστης τα αποτελείωνε με το τσεκούρι. Και όσο κατεβαίναμε, τα χέρια μας είχαν πληγιάσει και το αίμα έτρεχε του καλού καιρού. «αργούμε πολύ για τη Γκούρα;» ετέθη για πρώτη φορά η ερώτηση από την ομήγυρη. «σε λίγο φτάνουμε στη Γκούρα» απαντούσα μονολεκτικά. Και το λίγο έγινε πολύ γιατί ο αναγκαστικός αργός ρυθμός μας από τα δύσκολα και επικίνδυνα περάσματα, δεν βοηθούσε παρά μόνο στην ασφάλειά μας, στο σημαντικότερο στοιχείο δηλαδή. Και όταν διαπιστώσαμε τις αντικειμενικές δυσκολίες, δώσαμε πολύ μεγάλη προσοχή στην ασφάλεια.

      Ήμασταν έξι (6) άτομα. Ο ιδανικός αριθμός όπως απεδείχθη για την διάσχιση. Και βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον σε κάθε δυσκολία, και γελούσαμε με τις τούμπες που τρώγαμε, και άκουγα ψιθύρους που θέλανε να με πνίξουν. Όμως συνεχίζαμε. Και φτάσαμε στη Γκούρα και … βλέποντας το νερό της, μείναμε για κάμποση ώρα ακούνητοι και απελπισμένοι!. Εκεί κάναμε τη μεγάλη στάση μας. Ο Ορέστης έβγαλε και μας φίλεψε ψωμί, ντομάτες και κουλουράκια και η Κυριακή ξηρούς καρπούς. Αλμυρά καρύδια πρώτη φορά στη ζωή μου έφαγα, και ήταν πεντανόστιμα. Νερό τώρα είχαμε άφθονο για να πιούμε και για να ξεπλυθούμε από τα αίματα. Αυτό που είχαμε περάσει πριν, δεν ήταν απολύτως τίποτα με αυτό που μας περίμενε. Μονοπάτι δεν υπήρχε και η μόνη διέξοδος ήταν η διάσχιση μέσα από το νερό.

     Λίγα χρόνια πίσω, στο σημείο αυτό, υπήρχε μεγάλο άνοιγμα που με τον καιρό καλύφθηκε εξ ολοκλήρου με πλατάνια. Στην αρχή της νέας μας διάσχισης, το νερό έφτανε μέχρι το γόνατο μερικές φορές. Όσο όμως προχωρούσαμε, το φαράγγι άφηνε ένα μικρό πέρασμα στο νερό που η δύναμή του μεγάλωνε υπερβολικά. Και τα μεγάλα βράχια, οι γλιστερές τροχάλες, οι μικροί καταρράχτες, τα επικίνδυνα στενέματα, οι δεντρογαλιές που έφευγαν τρομαγμένες από την παρουσία μας, το απόλυτα άγριο της φύσης, ο ήχος της βίαιης κατεβασιάς, η κούραση μας, η συνεχής υπερένταση, τα αλμυρά της Κυριακής που τα έφαγε μόνη της, το βαθύ κολύμπι μας μέχρι τη μέση με πρώτη τη Ντίνα να δίνει τον ρυθμό, η ψυχραιμία της Αθηνάς που νομίζω μόνο αυτή κρατήθηκε χωρίς τούμπα, η εκπαίδευση του Ορέστη από τη συμμετοχή του όχι μόνο στον Ορειβατικό Αχαρνών αλλά και η εθελοντική του παρουσία σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, η πολύτιμη όσο κανενός μας παρουσία του Παναγιώτη που συνέχεια με το χαμόγελο στα χείλη έδινε λύσεις σε κάθε μας βήμα, και τέλος η δική μου ολύμπια ηρεμία με όσα μας συνέβαιναν,  απαντώντας στα αγωνιώδη ερωτήματα «πότε φτάνουμε;» - «σε δέκα λεπτά» - όλα αυτά, συγκεντρωμένα αλλά και σκόρπια, έγιναν «η δική μας Γκούρα». 

     Και ακριβώς σε 5 ώρες και 45 λεπτά!!! φτάσαμε στο μύλο του «Θύμιου» και σιγουρευτήκαμε ότι ήμασταν εμείς και όχι τα φαντάσματά μας. Ζήσαμε 6 εκπληκτικές ώρες στη καρδιά του φαραγγιού. Και οι πόνοι από τα πεσίματα, οι πληγές από τα χέρια, η κούραση του κορμιού, μας έκαναν και πετούσαμε από τη χαρά μας.

     Η Γκούρα δεν μπορεί να περιγραφεί. Ο καθένας μας έχει να διηγηθεί χιλιάδες πράγματα από τη μεριά του. Και οι εικόνες, αυτές οι εικόνες του αληθινού δημιουργού, του υπέρτατου Νόμου που ονομάζουμε Φύση, δεν μπορεί να τις αποτυπώσει κανείς φακός έξω από αυτόν τον ανθρώπινο που τις αποθηκεύει εσαεί στο μυαλό και στη ψυχή.

Βίντεο από την καρδιά της Γκούρας

Η μικρή μας ομάδα: Ντίνα Αναστασοπούλου, Αθηνά Τουσούνη (κρητικιά), Κυριακή Μοσχάκου (μανιάτισσα), Παναγιώτης Μακρής από την Κοκκινοράχη, Ορέστης Σαρρής, και ο γράφων

     Τους ευχαριστώ έναν – έναν χωριστά και όλους μαζί που με «παρέσυραν» και πραγματικά ματώσαμε στο δυσκολότερο φαράγγι που έχω πάει στη ζωή μου (και έχω πάει σε πάρα πολλά), στη Γκούρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η νεράϊδα της Γκούρας;

 

 

 

 

Βασίλης Αναστασόπουλος