Displays a set number of articles from a category based on date or random selection. Help
Δελτίο Τύπου
Το βιβλίο:
Η Διανομή
του Τύπου στην Ελλάδα από τα Ανέκδοτα Αρχεία του Εφημεριδοπώλη (του ακούραστου εργάτη της)
19ος – 21ος Αιώνας
καλύπτει ένα διάστημα τριών Αιώνων. Σε αυτό το διάστημα, ο εφημεριδοπώλης, υπήρξε ο γεννήτορας των πρακτορείων με τον Εφημεριδοπωλιακό Οργανισμό το 1875, και ο θεμελιωτής αυτού που ονομάζουμε «Διανομή του Τύπου». Της πιο γρήγορης και αξιόπιστης διανομής εμπορικών προϊόντων -όπως η εφημερίδα- που εμφανίστηκε ποτέ στην Ελλάδα.
Μέσα από τα Ανέκδοτα αρχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά, περνά η ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Η Ελλάδα που μεγάλωσε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Μεσοπόλεμος, η δικτατορία του Μεταξά, η Κατοχή, ο εμφύλιος, όλα τα δεινά που βίωσε ο τόπος μας, εμφανίζονται εκ νέου από την ανάγνωση και μόνο αυτών των αρχείων που αφορούν τον εφημεριδοπώλη της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, του Πειραιά και κάθε άλλης πόλης και κώμης της ελληνικής επικράτειας.
Επί της ουσίας, ο εφημεριδοπώλης ήταν αυτός που διακίνησε όσο κανείς άλλος, την ελευθερία του δημόσιου λόγου μέσω των εφημερίδων, υπερασπίστηκε το δικαίωμα αυτό ακόμα και με τη ζωή του, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ την ώρα του καθήκοντος, σκοτώθηκε πάνω στην άσφαλτο διαλαλώντας τις εφημερίδες, φυλακίστηκε από τις κατοχικές δυνάμεις σαν αναρχικός, αιχμαλωτίστηκε σαν στρατιώτης από τη φασιστική Ιταλία, κινδύνευσε να περάσει από το γερμανικό στρατοδικείο του Γ’ Ράιχ, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατοχικών δυνάμεων, πέθανε από τον υποσιτισμό και τη φυματίωση.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αδιανόητες για εμάς σήμερα, στάθηκε στο ύψος της επαγγελματικής αποστολής του. Όλος αυτός ο άγνωστος καθημερινός βίος του, έχει δοθεί με κάθε λεπτομέρεια στις σελίδες αυτού του βιβλίου, ύστερα από ενδελεχή έρευνα.
Το βιβλίο αυτό των 600 σελίδων, μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα, καθίσταται συλλεκτικό αφής στιγμής το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη σήμερα βρίσκεται σε εντροπία.
Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος
Τηλ. επικοινωνίας: 690 906 8228
Ανέκδοτα περιουσιακά στοιχεία μοναστηριών & εκκλησιών της Λακεδαίμονος από την απογραφή Grimani (1699-1700)
Συγγραφέας: Γεώργιος Παν. Θεοχάρης.
Έκδοση: Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ» τόμος ΛΓ΄, Αθήνα 2025, σελίδες 491-578.
Στη μελέτη αυτή, παρουσιάζονται τα περιουσιακά που είχαν στην ιδιοκτησία τους κατά το έτος 1699, πλήθος μονών της τότε Λακεδαίμονος όπως: Αγίου Νικολάου Αχραγιάς, Αγίου Νικολάου Παρορείου, Αγίων Αναργύρων Λακωνίας, Αγίων Τεσσαράκοντα, Γόλας, Ζερμπίτζας, Ζωοδόχου Πηγής Καστρίου, Θεοτόκου Καστρίτισσας, Κοιμήσεως Θεοτόκου Βουλκάνου, Κοιμήσεως Θεοτόκου Καστρίου, Κούμπαρη, Παναγίας Βρεσθενίτισσας, Παναγίας στη Βρύση, Παναγίας στο Κάστρο, Πανατάνασσας, Προφήτου Ηλία, Τιμίου Προδρόμου στης Καστανιάς το Βουνό, Τιμίου Προδρόμου Συντζαφίου κ.α., πλήθος εκκλησιών των χωριών της τότε Λακεδαίμονος και του Μυστρά, καθώς επίσης και μερικών άλλων χωριών που σήμερα ανήκουν στην περιοχή της Μεσσηνίας και της Αρκαδίας.
Πρόκειται για ανέκδοτα στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας πρώτη φορά, και προέρχονται από την απογραφή που έκαναν την περίοδο εκείνη οι Βενετοί κατακτητές της Πελοποννήσου, τα αρχεία της οποίας φυλάσσονται στα αρχεία της Βενετίας.
Στις τελευταίες σελίδες της μελέτης τα ευρετήρια κύριων ονομάτων, τοπωνυμίων, εκκλησιών-μονών, πόλεων-χωριών, και διαφόρων άλλων που υπάρχουν, βοηθούν πλήρως τον κάθε ερευνητή.
============
Διάθεση τόμου «Πελοποννησιακών» από την Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών.
Για να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη, ανοίξτε το αρχείο PDF.
Opsarion.gr
Εξακόσιες Εξήντα Οκτώ & Σήμερα
Η επιείκεια είναι αρετή
(Βασίλης Βαζάκας)
Εξακόσιες Εξήντα Οκτώ & Σήμερα, ή 22 μήνες θητείας. Στη μακρινή εποχή -τότε που υπηρετήσαμε την πατρίδα-, η διάρκεια της θητείας ήταν απελπιστικά μεγάλη. Τα καψόνια επίσης, ήταν στην ημερήσια διάταξη, διότι δεν έλεγε να ήσουν λοχίας ή δεκανέας, ανθυπολοχαγός ή λοχαγός, ταγματάρχης ή συνταγματάρχης και να μην έκανες καψόνια, εκείνη την άθλια πρακτική που την ενστερνίζονταν οι πάσης φύσεως βαθμοφόροι και ξεχαρμάνιαζαν στον αδύναμο στρατιώτη. Στον στρατιώτη που άφησε πίσω του την οικογένειά του, το κορίτσι του, τους φίλους του, τη νιότη και τη ζωή του και υπηρέτησε τη γαλανόλευκη. Μαζί μ’ αυτή όμως, υπηρέτησε και τις ορέξεις ανεπαρκών στρατιωτικών που κρύβονταν πίσω από ένα εθνόσημο και ήσαν πέρα για πέρα πατριδοκάπηλοι. Όλοι; Όχι όλοι, οι περισσότεροι, κοιτούσαν τον στρατιώτη σαν κατώτερο όν, και άσκησαν πάνω του μεγάλη ψυχολογική βία και όχι μόνο, σήμερα, αντί αυτής, έχουμε εφεύρει τη χαριτωμένη λέξη: «Bullying».
Ο Βασίλης Βαζάκας, ξεκινά τη θητεία του από την Κόρινθο, όπως κι εγώ και πόσοι άλλοι. Είναι πολίτης, αλλά όταν περνά τη πύλη του στρατοπέδου υπακούει σε διαταγές, η πατρίδα θέλει να τον εκπαιδεύσει και να τον έχει ετοιμοπόλεμο αν και όταν χρειαστεί. Αλλά στην ουσία δεν τον εκπαιδεύει, θέλει να του σπάσει το ηθικό, τον ταλαιπωρεί και τον τιμωρεί ταυτόχρονα που θέλησε να υπηρετήσει και δεν θέλησε να πάρει ένα τρελόχαρτο (συνηθισμένο στις παλιές εποχές) για να γυρίσει στη κανονική ζωή του.
Με την παραμονή του στο Κέντρο της Κορίνθου, κυλούν οι πρώτες σελίδες του βιβλίου του. Με τρόπο γλαφυρό, σκωπτικό, και με ρέοντα λόγο, δίνει το ρυθμό ενός νεοσύλλεκτου στρατιώτη, με τις αγγαρείες, τα καψόνια, τα πάσης φύσεως ευτράπελα που συνέβαιναν μακράν της λογικής. Είναι σε πολλές περιπτώσεις αναλυτικός αλλά πολύ ευχάριστος, βγάζει «στη σέντρα» τον εκπαιδευτή του, έναν ημιάγριο λοχία που σίγουρα πίστευε ότι υπηρετούσε με ζέση τη πατρίδα-, γίνεται και «μαρτυριάρης» με τον ανεκπλήρωτο, τον πλατωνικό έρωτα στο Κιάτο - βοηθώντας σεισμοπαθείς να στρώσουν έκ νέου τη ζωή τους, του «γυάλισε» η 18χρονη Άρτεμις - εξηγεί πως απέφυγε να γίνει ανθυπολοχαγός αλλά και πως με πονηριά δεν πήγε στα ειδικά σώματα του στρατού.
Μετά την Κόρινθο, αφού επελέγη για το σώμα του Υλικού πολέμου, αυτοσαρκάζεται, αναγνωρίζοντας τον «φλωρίστικο» χαρακτήρα της νέας του μονάδας. Πραγματικά, ο τρόπος που χειρίζεται τη χιουμοριστική πλευρά του στρατού, είναι μοναδικός.
Στη Λαμία, στο Κέντρο Υλικού Πολέμου, τα καψόνια συνεχίζονται, η διαφορά τώρα είναι ότι ενώ στη Κόρινθο είχε τον τίτλο του «προφέσορα» λόγω των σπουδών του, στη νέα του μονάδα αποκτά τον τίτλο του «αστειάτορα». Στο στρατό, όλα είναι δυνατά εκτός της λογικής. Πως τα συνταιριάζει όμως τα πράγματα η ζωή, ο σκληρός εκπαιδευτής της Λαμίας που τους είχε λιώσει στο καψόνι, χρόνους μετά πάει στο γραφείο του και ζητά δουλειά – και φυσικά σαν κότα, κάνει πως δεν θυμάται τα αίσχη που διέπραξε στη θητεία του.
Τα πράγματα αρχίζουν να ομαλοποιούνται όταν πήγε στη Χίο. Τον υποδέχτηκαν κι εκεί σαν «στραβάδι» αλλά γρήγορα χάθηκε η σκληρότητα της Κορίνθου και της Λαμίας. Το μεγάλο πρόβλημα στη Χίο ξεκινούσε από τα μαγειρεία, από τον μάγειρα που νόμιζε πω ήταν «σέφ». Μεγάλη εμπειρία για όλους μας νομίζω τα μαγειρεία στις μονάδες εκείνες τις παλιές καλές εποχές. Όμως, όταν ήθελαν να φάνε φαγητό της προκοπής, απαλλοτρίωναν με μαεστρία το ταψί με το γιουβέτσι της κυρίας Παπαδοπούλου από τον φούρνο της πόλης που το είχε πάει για ψήσιμο, και μάλιστα δίχως ντροπή!
Στη Χίο όμως αρχίζουν και οι ζόρικες σκοπιές. Ζόρικες, όχι από το ξενύχτι αλλά επειδή μένεις μόνος με τον εαυτό σου. Επειδή το μυαλό φτερουγίζει και πάει παντού, στο κορίτσι που σου λείπει, στην οικογένεια και στην ασφάλειά της, μπορεί όμως να πετάξει και μέχρι τους πλανήτες και τ’ αστέρια του έναστρου ουρανού. Η σκοπιά απαιτεί πάνω απ’ όλα καθαρό μυαλό. Διαβάζοντας το κεφάλαιο αυτό με τη σκοπιά, έτρεξε ο νους μου στις δικές μου εμπειρίες στον παγωμένο Έβρο, όπου με θερμοκρασίες -20 και -22 βαθμών C, σε διάστημα μιάς ώρας (ανά ώρα φυλάγαμε τον χειμώνα), για να βγω ζωντανός από το πολικό ψύχος, έκανα τουλάχιστον 6-7 χιλ. βαδίζοντας με βήμα ταχύ γύρω από τον χώρο που φύλαγα. Εδώ ο συγγραφέας δεν έχει εχθρό το πολικό ψύχος αλλά τη μοναξιά, και σε αυτή, το μυαλό πολύ εύκολα μπορεί να «γυρίσει» αν σε βρει μπόσικο. Όμως όταν τον φόβο και τη μοναξιά τα θρυμματίζει η παρουσία ενός γαϊδάρου, τότε το αίμα επανέρχεται στις φλέβες του. Ο γάιδαρος δεν είναι εχθρός, είναι φίλος.
«Έκανα τρία-τέσσερα δειλά και τρεμάμενα βηματάκια, όταν έξαφνα ένας θάμνος σείστηκε, τραβήχτηκε και επανήλθε με μία ταλάντωση στη θέση του και εμένα μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο, η ηλεκτρική ένταση πολλαπλασιάστηκε απότομα στη σπονδυλική μου στήλη και η καρδιά μου έκανε νέο ρεκόρ ταχύτητας. Καρφώθηκαν τα πόδια μου εκεί που στεκόμουν. Ούτε εμπρός ούτε πίσω μπορούσα να πάω. Ακίνητος! Προέταξα το όπλο με την ξιφολόγχη για προστασία και αυτόματα έκανα αυτό που είχαμε μάθει να κάνουμε στη σκοπιά: Άλτ, τις εί; Φώναξα με τον ξεραμένο μου λαιμό. Σείστηκε πάλι ο θάμνος και μία αλλόκοτη, δυνατή, βραχνή και ρουφηχτή κραυγή ξέφυγε από τον Άγιο[i] η από ό,τι τέλος πάντων ήταν εκεί πίσω, μέσα στα δένδρα και στους θάμνους: Ιιιιιιιιιιι… Εάν υπάρχει κάποια στιγμή να κάνεις αυτά που δεν πρέπει πάνω σου, ήταν σίγουρα αυτή! Ιιιιιι…, Ιιιι αααααα! Στο τσάκ πρόλαβα να ελέγξω κάπως τις σωματικές λειτουργίες και να περισώσω όση αξιοπρέπεια μου είχε απομείνει. Γκάρισμα! Ένας γάιδαρος ήταν, ένα απλό γαϊδουράκι που ήρεμα περιφερόταν και μασούσε χόρτα και φύλλα από τους θάμνους»
Το 1981, τότε που η επανάσταση έκανε έκ νέου την εμφάνιση της στην Ελλάδα με τον Ανδρέα μπροστάρη και τις μάζες από πίσω του να ζητούν προνόμια, ο Βασίλης Βαζάκας απαιτούσε από τον υπεύθυνο ανθύπα του Κ.Ψ.Μ. να δει και ν’ ακούσει τον Λεωνίδα Κύρκο στην ομιλία του από την κοινή τηλεόραση. Δεν τα κατάφερε, όμως, αυτό το γεγονός στάθηκε αιτία να υποβιβαστεί από τεχνικός γραφέας στο λόχο διοίκησης και να γίνει ο επίσημος αποψιλωτής του Στρατοπέδου, φέροντας επ’ ώμου τσάπα αντί όπλου. Όχι, θ’ άφηνε η πατρίδα το κομμούνι να μαρτυρά μυστικά της μονάδας στους κόκκινους! Όμως η πατρίδα μερικές φορές συγχωρεί, έτσι, ο ανθύπας που τον «έδωσε» στεγνά στη περίπτωση του Λεωνίδα Κύρκου, δέχτηκε αργότερα να αναλάβει τη διαχείριση του Κ.Ψ.Μ. Με λίγα λόγια, τον έκανε άρχοντα του Στρατοπέδου, να τα λέμε αυτά τα πράγματα, να μη ντρεπόμαστε!
Δεν παραλείπει να αναφερθεί και στον διοικητή του, έναν ταγματάρχη που εκτός από το φαιοπράσινο χρώμα του στρατού, είχε αδυναμία, αγάπη, κλίση, ή όπως αλλιώς λέγεται, και στη σμίξη όλων των χρωμάτων, καλλιτέχνης γάρ. Ανακάτευε ο διοικητής του χρώματα και δημιουργούσε έργα, ήταν ζωγράφος. Αν είσαι στο στρατό ζωγράφος, σίγουρα είσαι και μπογιατζής, έτσι, δεν άργησε ο διοικητής της μονάδας να ανακατέψει τα χρώματα για να βαφτούν οι τοίχοι του διοικητηρίου που είχαν ξεφτίσει. Τη «βρώμικη δουλειά» την έφερναν σε πέρας φυσικά οι στρατιώτες, αυτοί όμως ξύνοντας τους τοίχους ώστε να καθίσει καλά το καινούργιο χρώμα του κτηρίου, είδαν μπροστά τους τα «πουλιά της επανάστασης» τα «ζήτω» της 21ης Απριλίου και ένιωσαν δέος από τόση επανάσταση, σάστισαν, και μαζί μ’ αυτούς και ο διοικητής τους όταν αντίκρισε τις παλιές δόξες του στρατοπέδου.
Πάντα με ευφυές χιούμορ ο συγγραφέας, συνεχίζει να ιστορεί γεγονότα από τη σκοποβολή, από κάθε τι που συνέβαινε στο στρατόπεδο χάριν της πατρίδας. Πέρασαν όμως οι μήνες, έγινε κι αυτός «παλιοσειρά» και δεν άργησε να έρθει η μετάθεση για το Μπογιάτι της Αττικής, στις αποθήκες υλικού πολέμου.
Στη Χίο ήταν «παλιός», στο Μπογιάτι όμως έγινε πάλι «νέος». Και να οι αγγαρείες, οι σκοπιές, όλα πάλι από την αρχή. Το στρατόπεδο στο Μπογιάτι όμως, βρίσκεται σε τόπο ειδυλλιακό, πνιγμένο από δέντρα και φυτά. Φιλοξένησε όμως και τις περίφημες φυλακές, σ’ αυτές δε φυλακίστηκε και ο Παναγούλης όπως μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας. Στον ίδιο μεγάλο χώρο του στρατοπέδου, έπιασε φωτιά και κάηκε σε μία αποθήκη ηλεκτρονικό υλικό για τα άρματα μάχης, αξίας 5 δις. Δραχμών, όσο είχε κοστίσει την ίδια περίοδο και η κατασκευή του Ολυμπιακού Σταδίου της Αθήνας. Εδώ η αναφορά του συγγραφέα έφερε στη μνήμη του τα γεγονότα αυτά που επαληθεύονται από τις στήλες του βιβλίου του.
Προς το τέλος του βιβλίου, ο Βασίλης Βαζάκας κάνει μία αναδρομή και καταθέτει ότι η καλύτερη περίοδος της θητείας του, ήταν η 11μηνη παραμονή του στη Χίο. Αν μιλήσουμε για παράλληλες θητείες, του συγγραφέα και της δικής μου, ακριβώς την ίδια άποψη καταθέτω κι εγώ στο δικό μου βιβλίο. Από την 24 μηνών και 15 ημερών θητεία μου, από την Κόρινθο, την Αυλώνα, την Καβύλη του Έβρου και το ΓΕΕΘΑ, ξεχωρίζω την 11μηνη θητεία μου στον Έβρο.
«Όπως είπαμε, κάποια ιδιαίτερη μικρή χορδή χτυπούν στους άνδρες οι θύμισες από τον στρατό και δεν χάνουν ευκαιρία να μιλούν γι’ αυτές. Να μη βαριούνται το θέμα και να συζητούν για ώρες με θέρμη, με χιούμορ και κάμποση νοσταλγία. Να παραμελούν τις γυναίκες της παρέας και να χασκογελούν με τις άνοστες και παντελώς αδιάφορες γι’ αυτές εξιστορήσεις, ενώ τους κοιτούν απορημένες με πλήξη. Να μιλά ο ένας πάνω στον άλλον, να μην μπορούν να περιμένουν τη σειρά τους, να υπερθεματίζουν και να έχουν απαλύνει στη μνήμη τους όλες τις ζόρικες, ψυχολογικά και σωματικά, εμπειρίες που τόσες φορές τότε, τους έφερναν δάκρυα στα μάτια, μεγάλο θυμό στα στήθια, ίσως και κάποια απόγνωση στην καρδιά».
Ναι, το βιβλίο του Βασίλη Βαζάκα είναι κ α τ α π λ η κ τ ι κ ό! Δοσμένο με υψηλού επιπέδου χιούμορ, με καλοσύνη, με νοσταλγία, για μία περίοδο της ζωής του, ή της ζωής μας, τη στρατιωτική, που εγώ ονομάζω περίοδο του παράλογου.
Αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο αυτό.
Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος
Η Διανομή
του Τύπου στην Ελλάδα από τα Ανέκδοτα Αρχεία του Εφημεριδοπώλη (του ακούραστου εργάτη της)
19ος – 21ος Αιώνας
Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια διήρκησε το ταξίδι της συγγραφής του βιβλίου αυτού, που καλύπτει ένα διάστημα τριών Αιώνων. Σε αυτό το διάστημα, ο εφημεριδοπώλης, υπήρξε ο γεννήτορας των πρακτορείων με τον Εφημεριδοπωλιακό Οργανισμό το 1875, και ο θεμελιωτής αυτού που ονομάζουμε «Διανομή του Τύπου». Της πιο γρήγορης και αξιόπιστης διανομής εμπορικών προϊόντων -όπως η εφημερίδα- που εμφανίστηκε ποτέ στην Ελλάδα.
Μέσα από τα Ανέκδοτα αρχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά, περνά η ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Η Ελλάδα που μεγάλωσε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Μεσοπόλεμος, η δικτατορία του Μεταξά, η Κατοχή, ο εμφύλιος, όλα τα δεινά που βίωσε ο τόπος μας, εμφανίζονται εκ νέου από την ανάγνωση και μόνο αυτών των αρχείων που αφορούν τον εφημεριδοπώλη της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, του Πειραιά και κάθε άλλης πόλης και κώμης της ελληνικής επικράτειας.
Επί της ουσίας, ο εφημεριδοπώλης ήταν αυτός που διακίνησε όσο κανείς άλλος, την ελευθερία του δημόσιου λόγου μέσω των εφημερίδων, υπερασπίστηκε το δικαίωμα αυτό ακόμα και με τη ζωή του, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ την ώρα του καθήκοντος, σκοτώθηκε πάνω στην άσφαλτο διαλαλώντας τις εφημερίδες, φυλακίστηκε από τις κατοχικές δυνάμεις σαν αναρχικός, αιχμαλωτίστηκε σαν στρατιώτης από τη φασιστική Ιταλία, κινδύνευσε να περάσει από το γερμανικό στρατοδικείο του Γ’ Ράιχ, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατοχικών δυνάμεων, πέθανε από τον υποσιτισμό και τη φυματίωση.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αδιανόητες για εμάς σήμερα, στάθηκε στο ύψος της επαγγελματικής αποστολής του. Όλος αυτός ο άγνωστος καθημερινός βίος του, έχει δοθεί με κάθε λεπτομέρεια στις σελίδες αυτού του βιβλίου, ύστερα από ενδελεχή έρευνα.
Για το συλλεκτικό αυτό βιβλίο των 600 σελίδων, μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα, στην παρουσίασή του που θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή στις 16 Οκτωβρίου 2026, και στις 7 το βράδυ, στο Πολιτιστικό Κέντρο Γαλατσίου «Καμίνι», θα το τιμήσουν οι κάτωθι ομιλητές:
Ρουσόπουλος Θεόδωρος
Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (2024-2026)
Βουλευτής ΝΔ
Υπουργός Επικρατείας, υπεύθυνος για τα ΜΜΕ (2004-2008).
Φούσκας Κων. Βασίλης
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου
Λαγός Δημήτρης
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου
Σταυρόπουλος Ηλίας
Πρόεδρος Εφετών
Πρώην Εφημεριδοπώλης
Δρ. Μαρία Σαραφίδου
Πρώην Προϊσταμένη Διεύθυνσης Διοίκησης & Οικονομικών Υπηρεσιών του ΕΤΑΠ-Μ.Μ.Ε. (Ταμείο Τύπου)
Συντονισμός Παρουσίασης
Δρ. Μάρθα Ισαακίδη
Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας
Προϊσταμένη στο Υπουργείο Μετανάστευσης & Ασύλου
Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος
Μνήμες …
Εκείνο το δεκαήμερο στα τέλη του Αυγούστου του 2018, ο καιρός ήταν ζεστός και υγρός. Όταν όμως τις μοναχικές νύχτες σου τις πέρναγες στις παρυφές του Υμηττού, το αεράκι που κατέβαινε σου δρόσιζε τη ψυχή και τις αισθήσεις.
Υπήρχε μία μεγάλη βεράντα, τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων πλάτους κι ένα μικρό τραπέζι με δυό καρέκλες δίπλα σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Σε κείνο το τραπέζι είχα το βιβλίο μου, νερό, ένα θερμός με καφέ, ένα φακό κεφαλής για το ολονύχτιο διάβασμα, κι ένα τασάκι. Αυτά μου αρκούσαν για να περάσω τις νύχτες μου.
Την πρώτη νύχτα δυσκολεύτηκα λίγο, μου φάνηκε σαν βουνό απάτητο. Γρήγορα όμως ξεπέρασα την ψυχολογική δυσκολία της πρώτης νύχτας, ένιωσα ότι ήμουν μέρος του χώρου και εκτελούσα την αποστολή μου. Το διάβασμα, στάθηκε η πολυτιμότερη συντροφιά εκείνο το δύσκολο ολονύχτιο δεκαήμερο, όταν κουραζόμουν από αυτό, έσβηνα τον φακό από το μέτωπό μου, έπινα μία γουλιά καφέ, άναβα ένα τσιγάρο και χανόταν η ματιά μου στο δάσος που είχα αντίκρυ μου.
Μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, δίπλα μου ακριβώς, ο αδερφός μου κοιμόταν ήσυχος. Αραιά και που κάτι έλεγε αλλά γρήγορα έπεφτε πάλι σε ύπνο. Ετοιμαζόταν σιγά-σιγά για το «ταξίδι του». Αθόρυβα.
Έπειτα από λίγες μέρες, σαν σήμερα στις 10 του Σεπτέμβρη, το απόγευμα κατά τις 6 που ο ήλιος είχε γλυκάνει από την αψάδα του, ο αδερφός μου πήρε το δρόμο της «επιστροφής», περικυκλωμένος από αγαπημένα πρόσωπα.
Μακριά του, βρισκόντουσαν μονάχα εκείνοι που είχαν ευεργετηθεί από αυτόν.
Αυτή είναι η ζωή.
Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος