Χειμώνα στο χωριό

Δημοσιεύτηκε στις Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2026 09:07
Εμφανίσεις: 424

Χειμώνα στο χωριό

 

Εξαιρώντας τα τελευταία χρόνια που οι υποχρεώσεις δεν μου επιτρέπουν να πηγαίνω στο χωριό, όλα τα υπόλοιπα, ειδικότερα τους χειμώνες, σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο, ήμουν σε αυτό. Με όλες τις καιρικές συνθήκες, καταιγίδες, χιόνια, πάγους, χαμηλές θερμοκρασίες, το μόνο που δεν με έκοφτε ήταν ο καιρός. Η φράση: «τι καιρό θα κάνει», μου ήταν εντελώς άγνωστη, ακόμα μου είναι διότι τη θεωρώ επιεικώς γελοία μιάς και σε αυτήν υποβόσκει ο φόβος. Χειμώνας είναι, αλήθεια, τι σημαίνει αυτή η φράση πέρα από ανασφάλεια και φόβο;

Όταν ζούσε ο πατέρας μου (πέθανε τέλη Δεκεμβρίου του 1997), έβαζα κάθε χρόνο ένα βαγένι κρασί. Αγόραζα την εποχή του τρύγου σταφύλια ή μούστο από τη Νεμέα -την ποικιλία «αγιωργίτικο-, έριχνα το μούστο στο βαγένι και τον άφηνα να βράσει. Από κρασιά δεν είχα ιδέα, ούτε κι ο πατέρας μου είχε, κάθε φορά όμως που έβαζα στο βαγένι το μούστο, ερχόντουσαν οι «ειδικοί» και με συμβούλευαν να ρίξω στο μούστο διάφορα φάρμακα, «θα του κάνει καλό», έλεγαν «και δεν θα χαλάσει». Ευτυχώς, ποτέ δεν τους άκουσα, έλεγα μάλιστα στον πατέρα μου: «δεν βάζω τίποτα μέσα στο μούστο, αν είναι να πίνουμε χημεία, καλύτερα να μας χαλάσει, θα πούμε ότι χάσαμε 230 κιλά (τόσα χωρούσε το βαγένι), τι λές;». Γέλαγε ο πατέρας μου και συμφωνούσε μαζί μου.

Κάθε σαββατοκύριακο που πήγαινα στο χωριό, παρακολουθούσα τον μούστο και, όταν τελείωνε η βράση του, σφράγιζα καλά το βαγένι και το άνοιγα παραμονές Χριστουγέννων. Στην αρχή ήταν λίγο θολό, σιγά-σιγά όμως, με τις παγωνιές, το κρασί καθάριζε και πίναμε ένα νέκταρ 12.6 βαθμών περίπου κάθε φορά.

Στη δεύτερη χρονιά της «εμπειρίας μου», αγόρασα ένα χειροκίνητο εμφιαλωτήριο και κατά τον Μάρτη, κάθε χρόνο, εμφιάλωνα το κρασί που υπήρχε μέσα στο βαγένι, Αυτή η συνήθεια, κράτησε μέχρι και το 1997 που πέθανε ο πατέρας μου. Μετά, δεν έβαλα πάλι μούστο στο βαγένι, δεν με ενδιέφερε. Όμως, είχα αποθηκεύσει μέχρι τότε πολλά εμφιαλωμένα μπουκάλια των 750 μλ. και λιγότερα των 2 λίτρων.

Το τελευταίο 2λιτρο μπουκάλι, το άνοιξα ένα μεσημέρι στο χωριό τον Αύγουστο του 2017, όταν είχε έρθει και ο αδερφός μου (ένα χρόνο πριν πεθάνει). Είκοσι και βάλε χρόνια μετά, το κρασί αυτό, ήταν ένα ποίημα για τον ουρανίσκο με τη γεύση του και τ’ αρώματά του.

Στο χωριό όπως προανέφερα, πήγαινα σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο. Μία Κυριακή πρωί, καθώς ξύπνησα και βγήκα στη βεράντα ν’ αγναντέψω τον παγωμένο καιρό, σάστισα, όχι διότι είδα ολόγυρα τον χώρο κάτασπρο από το χιόνι, σάστισα διότι δεν έβλεπα το αυτοκίνητό μου. Τόσο πολύ χιόνι είχε πέσει τη νύχτα. Ήσυχος, άναψα το τζάκι που η θράκα του ήταν ακόμα ζεστή, έφτιαξα το πρωινό μου και τον καφέ, τα απόλαυσα δίπλα στη φωτιά και βγήκα έξω με μία σκούπα να καθαρίσω το αυτοκίνητο από το χιόνι.

Αργότερα, κατά το μεσημέρι, ετοιμάστηκα να φύγω για Αθήνα. Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, όμως δεν είχα μαζί μου τις αλυσίδες για το αυτοκίνητο. Το ζόρι, σκέφτηκα, θα ήταν στη μικρή ανηφορίτσα της χούνης, πριν τον Άγιο Χαράλαμπο, τα λάστιχα ήταν καινούργια, το αυτόματο σασμάν βοηθά σε τέτοιες δύσκολες συνθήκες οδήγησης, η εξακύλινδρη μερσεντές που είχα, είχε δυνατό κινητήρα, όλα αυτά βοηθούσαν κατά κάποιο τρόπο. Φεύγοντας από το σπίτι με παχύ χιόνι, εκεί στην ανηφορίτσα τελικά κόλλησα! Δεν το έβαλα κάτω, φώναξα για βοήθεια όλο το χωριό και πράγματι, σε λίγο έφτασαν οι Νίκος Ζαφειρόπουλος και Δημητράκης Καλκανάς, έσπρωξαν λίγο και έφυγα. Ο Βασίλης ο Λιακόπουλος δεν είχε εγκατασταθεί τότε στο χωριό, αλλιώς θα φώναζα κι αυτόν.

Όταν έφτασα στη Σκόζα, σταμάτησα, σκέφτηκα, «αν πάω αριστερά για Ζάτουνα και Δημητσάνα, σίγουρα κάπου θα κολλήσω πάλι», έτσι, πήρα τον δρόμο για Παλούμπα και αργότερα βρέθηκα να περνάω τη γέφυρα του Λάδωνα, πήρα το δρόμο για Λαγκάδια (είχα σκεφτεί ότι όσο χιόνι και να είχε, ο κεντρικός δρόμος Πύργου-Τρίπολης θα καθαριζόταν από τα μηχανήματα). Και πράγματι, το χιόνι στις άκρες του δρόμου είχε μεγάλο όγκο αλλά το οδόστρωμα ήταν καθαρό, παρόλο που χιόνιζε αλλά όχι σε έντονο ρυθμό. Μέχρι και το Λεβίδι, οι συνθήκες ήταν δύσκολες και απαιτούσαν μεγάλη προσοχή.

Μετά τη σήραγγα της Νεστάνης, υπήρχε κρύο και βροχή και όλα κύλησαν ομαλά. Φτάνοντας στη Κόρινθο, έστριψα δεξιά για το Καλαμάκι, απομεσήμερο ήταν και ο καφές δίπλα στο κανάλι του Ισθμού, ήταν μία συνήθεια -και είναι- που την ακολουθώ ευλαβικά όταν επιστρέφω στην Αθήνα.  

 

 

 

 

Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος