Εξακόσιες Εξήντα Οκτώ & Σήμερα - κριτική του βιβλίου

Δημοσιεύτηκε στις Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2026 23:40
Εμφανίσεις: 190

Εξακόσιες Εξήντα Οκτώ & Σήμερα

 

Η επιείκεια είναι αρετή
(Βασίλης Βαζάκας)

 

Εξακόσιες Εξήντα Οκτώ & Σήμερα, ή 22 μήνες θητείας. Στη μακρινή εποχή -τότε που υπηρετήσαμε την πατρίδα-, η διάρκεια της θητείας ήταν απελπιστικά μεγάλη. Τα καψόνια επίσης, ήταν στην ημερήσια διάταξη, διότι δεν έλεγε να ήσουν λοχίας ή δεκανέας, ανθυπολοχαγός ή λοχαγός, ταγματάρχης ή συνταγματάρχης και να μην έκανες καψόνια, εκείνη την άθλια πρακτική που την ενστερνίζονταν οι πάσης φύσεως βαθμοφόροι και ξεχαρμάνιαζαν στον αδύναμο στρατιώτη. Στον στρατιώτη που άφησε πίσω του την οικογένειά του, το κορίτσι του, τους φίλους του, τη νιότη και τη ζωή του και υπηρέτησε τη γαλανόλευκη. Μαζί μ’ αυτή όμως, υπηρέτησε και τις ορέξεις ανεπαρκών στρατιωτικών που κρύβονταν πίσω από ένα εθνόσημο και ήσαν πέρα για πέρα πατριδοκάπηλοι. Όλοι; Όχι όλοι, οι περισσότεροι, κοιτούσαν τον στρατιώτη σαν κατώτερο όν, και άσκησαν πάνω του μεγάλη ψυχολογική βία και όχι μόνο, σήμερα, αντί αυτής, έχουμε εφεύρει τη χαριτωμένη λέξη: «Bullying».

Ο Βασίλης Βαζάκας, ξεκινά τη θητεία του από την Κόρινθο, όπως κι εγώ και πόσοι άλλοι. Είναι πολίτης, αλλά όταν περνά τη πύλη του στρατοπέδου υπακούει σε διαταγές, η πατρίδα θέλει να τον εκπαιδεύσει και να τον έχει ετοιμοπόλεμο αν και όταν χρειαστεί. Αλλά στην ουσία δεν τον εκπαιδεύει, θέλει να του σπάσει το ηθικό, τον ταλαιπωρεί και τον τιμωρεί ταυτόχρονα που θέλησε να υπηρετήσει και δεν θέλησε να πάρει ένα τρελόχαρτο (συνηθισμένο στις παλιές εποχές) για να γυρίσει στη κανονική ζωή του. 

Με την παραμονή του στο Κέντρο της Κορίνθου, κυλούν οι πρώτες σελίδες του βιβλίου του. Με τρόπο γλαφυρό, σκωπτικό, και με ρέοντα λόγο, δίνει το ρυθμό ενός νεοσύλλεκτου στρατιώτη, με τις αγγαρείες, τα καψόνια, τα πάσης φύσεως ευτράπελα που συνέβαιναν μακράν της λογικής. Είναι σε πολλές περιπτώσεις αναλυτικός αλλά πολύ ευχάριστος, βγάζει «στη σέντρα» τον εκπαιδευτή του, έναν ημιάγριο λοχία που σίγουρα πίστευε ότι υπηρετούσε με ζέση τη πατρίδα-, γίνεται και «μαρτυριάρης» με τον ανεκπλήρωτο, τον πλατωνικό έρωτα στο Κιάτο - βοηθώντας σεισμοπαθείς να στρώσουν έκ νέου τη ζωή τους, του «γυάλισε» η 18χρονη Άρτεμις -  εξηγεί πως απέφυγε να γίνει ανθυπολοχαγός αλλά και πως με πονηριά δεν πήγε στα ειδικά σώματα του στρατού.

Μετά την Κόρινθο, αφού επελέγη για το σώμα του Υλικού πολέμου, αυτοσαρκάζεται, αναγνωρίζοντας τον «φλωρίστικο» χαρακτήρα της νέας του μονάδας. Πραγματικά, ο τρόπος που χειρίζεται τη χιουμοριστική πλευρά του στρατού, είναι μοναδικός.

Στη Λαμία, στο Κέντρο Υλικού Πολέμου, τα καψόνια συνεχίζονται, η διαφορά τώρα είναι ότι ενώ στη Κόρινθο είχε τον τίτλο του «προφέσορα» λόγω των σπουδών του, στη νέα του μονάδα αποκτά τον τίτλο του «αστειάτορα». Στο στρατό, όλα είναι δυνατά εκτός της λογικής. Πως τα συνταιριάζει όμως τα πράγματα η ζωή, ο σκληρός εκπαιδευτής της Λαμίας που τους είχε λιώσει στο καψόνι, χρόνους μετά πάει στο γραφείο του και ζητά δουλειά – και φυσικά σαν κότα, κάνει πως δεν θυμάται τα αίσχη που διέπραξε στη θητεία του.

Τα πράγματα αρχίζουν να ομαλοποιούνται όταν πήγε στη Χίο. Τον υποδέχτηκαν κι εκεί σαν «στραβάδι» αλλά γρήγορα χάθηκε η σκληρότητα της Κορίνθου και της Λαμίας. Το μεγάλο πρόβλημα στη Χίο ξεκινούσε από τα μαγειρεία, από τον μάγειρα που νόμιζε πω ήταν «σέφ». Μεγάλη εμπειρία για όλους μας νομίζω τα μαγειρεία στις μονάδες εκείνες τις παλιές καλές εποχές. Όμως, όταν ήθελαν να φάνε φαγητό της  προκοπής, απαλλοτρίωναν με μαεστρία το ταψί με το γιουβέτσι της κυρίας Παπαδοπούλου από τον φούρνο της πόλης που το είχε πάει για ψήσιμο, και μάλιστα δίχως ντροπή!

Στη Χίο όμως αρχίζουν και οι ζόρικες σκοπιές. Ζόρικες, όχι από το ξενύχτι αλλά επειδή μένεις μόνος με τον εαυτό σου. Επειδή το μυαλό φτερουγίζει και πάει παντού, στο κορίτσι που σου λείπει, στην οικογένεια και στην ασφάλειά της, μπορεί όμως να πετάξει και μέχρι τους πλανήτες και τ’ αστέρια του έναστρου ουρανού. Η σκοπιά απαιτεί πάνω απ’ όλα καθαρό μυαλό. Διαβάζοντας το κεφάλαιο αυτό με τη σκοπιά, έτρεξε ο νους μου στις δικές μου εμπειρίες στον παγωμένο Έβρο, όπου με θερμοκρασίες -20 και -22 βαθμών C, σε διάστημα μιάς ώρας (ανά ώρα φυλάγαμε τον χειμώνα), για να βγω ζωντανός από το πολικό ψύχος, έκανα τουλάχιστον 6-7 χιλ. βαδίζοντας με βήμα ταχύ γύρω από τον χώρο που φύλαγα. Εδώ ο συγγραφέας δεν έχει εχθρό το πολικό ψύχος αλλά τη μοναξιά, και σε αυτή, το μυαλό πολύ εύκολα μπορεί να «γυρίσει» αν σε βρει μπόσικο. Όμως όταν τον φόβο και τη μοναξιά τα θρυμματίζει η παρουσία ενός γαϊδάρου, τότε το αίμα επανέρχεται στις φλέβες του. Ο γάιδαρος δεν είναι εχθρός, είναι φίλος.

«Έκανα τρία-τέσσερα δειλά και τρεμάμενα βηματάκια, όταν έξαφνα ένας θάμνος σείστηκε, τραβήχτηκε και επανήλθε με μία ταλάντωση στη θέση του και εμένα μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο, η ηλεκτρική ένταση πολλαπλασιάστηκε απότομα στη σπονδυλική μου στήλη και η καρδιά μου έκανε νέο ρεκόρ ταχύτητας. Καρφώθηκαν τα πόδια μου εκεί που στεκόμουν. Ούτε εμπρός ούτε πίσω μπορούσα να πάω. Ακίνητος! Προέταξα το όπλο με την ξιφολόγχη για προστασία και αυτόματα έκανα αυτό που είχαμε μάθει να κάνουμε στη σκοπιά: Άλτ, τις εί; Φώναξα με τον ξεραμένο μου λαιμό. Σείστηκε πάλι ο θάμνος και μία αλλόκοτη, δυνατή, βραχνή και ρουφηχτή κραυγή ξέφυγε από τον Άγιο[i] η από ό,τι τέλος πάντων ήταν εκεί πίσω, μέσα στα δένδρα και στους θάμνους: Ιιιιιιιιιιι… Εάν υπάρχει κάποια στιγμή να κάνεις αυτά που δεν πρέπει πάνω σου, ήταν σίγουρα αυτή! Ιιιιιι…, Ιιιι αααααα! Στο τσάκ πρόλαβα να ελέγξω κάπως τις σωματικές λειτουργίες και να περισώσω όση αξιοπρέπεια μου είχε απομείνει. Γκάρισμα! Ένας γάιδαρος ήταν, ένα απλό γαϊδουράκι που ήρεμα περιφερόταν και μασούσε χόρτα και φύλλα από τους θάμνους»

Το 1981, τότε που η επανάσταση έκανε έκ νέου την εμφάνιση της στην Ελλάδα με τον Ανδρέα μπροστάρη και τις μάζες από πίσω του να ζητούν προνόμια, ο Βασίλης Βαζάκας απαιτούσε από τον υπεύθυνο ανθύπα του Κ.Ψ.Μ. να δει και ν’ ακούσει τον Λεωνίδα Κύρκο στην ομιλία του από την κοινή τηλεόραση. Δεν τα κατάφερε, όμως, αυτό το γεγονός στάθηκε αιτία να υποβιβαστεί από τεχνικός γραφέας στο λόχο διοίκησης και να γίνει ο επίσημος αποψιλωτής του Στρατοπέδου, φέροντας επ’ ώμου τσάπα αντί όπλου. Όχι, θ’ άφηνε η πατρίδα το κομμούνι να μαρτυρά μυστικά της μονάδας στους κόκκινους! Όμως η πατρίδα μερικές φορές συγχωρεί, έτσι, ο ανθύπας που τον «έδωσε» στεγνά στη περίπτωση του Λεωνίδα Κύρκου, δέχτηκε αργότερα να αναλάβει τη διαχείριση του Κ.Ψ.Μ. Με λίγα λόγια, τον έκανε άρχοντα του Στρατοπέδου, να τα λέμε αυτά τα πράγματα, να μη ντρεπόμαστε!

Δεν παραλείπει να αναφερθεί και στον διοικητή του, έναν ταγματάρχη που εκτός από το φαιοπράσινο χρώμα του στρατού, είχε αδυναμία, αγάπη, κλίση, ή όπως αλλιώς λέγεται, και στη σμίξη όλων των χρωμάτων, καλλιτέχνης γάρ. Ανακάτευε ο διοικητής του χρώματα και δημιουργούσε έργα, ήταν ζωγράφος. Αν είσαι στο στρατό ζωγράφος, σίγουρα είσαι και μπογιατζής, έτσι, δεν άργησε ο διοικητής της μονάδας να ανακατέψει τα χρώματα για να βαφτούν οι τοίχοι του διοικητηρίου που είχαν ξεφτίσει. Τη «βρώμικη δουλειά» την έφερναν σε πέρας φυσικά οι στρατιώτες, αυτοί όμως ξύνοντας τους τοίχους ώστε να καθίσει καλά το καινούργιο χρώμα του κτηρίου, είδαν μπροστά τους τα «πουλιά της επανάστασης» τα «ζήτω» της 21ης Απριλίου και ένιωσαν δέος από τόση επανάσταση, σάστισαν, και μαζί μ’ αυτούς και ο διοικητής τους όταν αντίκρισε τις παλιές δόξες του στρατοπέδου.

Πάντα με ευφυές χιούμορ ο συγγραφέας,  συνεχίζει να ιστορεί γεγονότα από τη σκοποβολή, από κάθε τι που συνέβαινε στο στρατόπεδο χάριν της πατρίδας. Πέρασαν όμως οι μήνες, έγινε κι αυτός «παλιοσειρά» και δεν άργησε να έρθει η μετάθεση για το Μπογιάτι της Αττικής, στις αποθήκες υλικού πολέμου.

Στη Χίο ήταν «παλιός», στο Μπογιάτι όμως έγινε πάλι «νέος». Και να οι αγγαρείες, οι σκοπιές, όλα πάλι από την αρχή. Το στρατόπεδο στο Μπογιάτι όμως, βρίσκεται σε τόπο ειδυλλιακό, πνιγμένο από δέντρα και φυτά. Φιλοξένησε όμως και τις περίφημες φυλακές, σ’ αυτές δε φυλακίστηκε και ο Παναγούλης όπως μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας. Στον ίδιο μεγάλο χώρο του στρατοπέδου, έπιασε φωτιά και κάηκε σε μία αποθήκη ηλεκτρονικό υλικό για τα άρματα μάχης, αξίας 5 δις. Δραχμών, όσο είχε κοστίσει την ίδια περίοδο και η κατασκευή του Ολυμπιακού Σταδίου της Αθήνας. Εδώ η αναφορά του συγγραφέα έφερε στη μνήμη του τα γεγονότα αυτά που επαληθεύονται από τις στήλες του βιβλίου του.

Προς το τέλος του βιβλίου, ο Βασίλης Βαζάκας κάνει μία αναδρομή και καταθέτει ότι η καλύτερη περίοδος της θητείας του, ήταν η 11μηνη παραμονή του στη Χίο. Αν μιλήσουμε για παράλληλες θητείες, του συγγραφέα και της δικής μου, ακριβώς την ίδια άποψη καταθέτω κι εγώ στο δικό μου βιβλίο. Από την 24 μηνών και 15 ημερών θητεία μου, από την Κόρινθο, την Αυλώνα, την Καβύλη του Έβρου και το ΓΕΕΘΑ, ξεχωρίζω την 11μηνη θητεία μου στον Έβρο.

«Όπως είπαμε, κάποια ιδιαίτερη μικρή χορδή χτυπούν στους άνδρες οι θύμισες από τον στρατό και δεν χάνουν ευκαιρία να μιλούν γι’ αυτές. Να μη βαριούνται το θέμα και να συζητούν για ώρες με θέρμη, με χιούμορ και κάμποση νοσταλγία. Να παραμελούν τις γυναίκες της παρέας και να χασκογελούν με τις άνοστες και παντελώς αδιάφορες γι’ αυτές εξιστορήσεις, ενώ τους κοιτούν απορημένες με πλήξη. Να μιλά ο ένας πάνω στον άλλον, να μην μπορούν να περιμένουν τη σειρά τους, να υπερθεματίζουν και να έχουν απαλύνει στη μνήμη τους όλες τις ζόρικες, ψυχολογικά και σωματικά, εμπειρίες που τόσες φορές τότε, τους έφερναν δάκρυα στα μάτια, μεγάλο θυμό στα στήθια, ίσως και κάποια απόγνωση στην καρδιά».

Ναι, το βιβλίο του Βασίλη Βαζάκα είναι κ α τ α π λ η κ τ ι κ ό! Δοσμένο με υψηλού επιπέδου χιούμορ, με καλοσύνη, με νοσταλγία, για μία περίοδο της ζωής του, ή της ζωής μας, τη στρατιωτική, που εγώ ονομάζω περίοδο του παράλογου.

Αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο αυτό.

 

 

 

 

Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος



[i] Τοπωνύμιο της σκοπιάς.