Μνήμες …
Εκείνο το δεκαήμερο στα τέλη του Αυγούστου του 2018, ο καιρός ήταν ζεστός και υγρός. Όταν όμως τις μοναχικές νύχτες σου τις πέρναγες στις παρυφές του Υμηττού, το αεράκι που κατέβαινε σου δρόσιζε τη ψυχή και τις αισθήσεις.
Υπήρχε μία μεγάλη βεράντα, τουλάχιστον τεσσάρων μέτρων πλάτους κι ένα μικρό τραπέζι με δυό καρέκλες δίπλα σε ένα ανοιχτό παράθυρο. Σε κείνο το τραπέζι είχα το βιβλίο μου, νερό, ένα θερμός με καφέ, ένα φακό κεφαλής για το ολονύχτιο διάβασμα, κι ένα τασάκι. Αυτά μου αρκούσαν για να περάσω τις νύχτες μου.
Την πρώτη νύχτα δυσκολεύτηκα λίγο, μου φάνηκε σαν βουνό απάτητο. Γρήγορα όμως ξεπέρασα την ψυχολογική δυσκολία της πρώτης νύχτας, ένιωσα ότι ήμουν μέρος του χώρου και εκτελούσα την αποστολή μου. Το διάβασμα, στάθηκε η πολυτιμότερη συντροφιά εκείνο το δύσκολο ολονύχτιο δεκαήμερο, όταν κουραζόμουν από αυτό, έσβηνα τον φακό από το μέτωπό μου, έπινα μία γουλιά καφέ, άναβα ένα τσιγάρο και χανόταν η ματιά μου στο δάσος που είχα αντίκρυ μου.
Μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, δίπλα μου ακριβώς, ο αδερφός μου κοιμόταν ήσυχος. Αραιά και που κάτι έλεγε αλλά γρήγορα έπεφτε πάλι σε ύπνο. Ετοιμαζόταν σιγά-σιγά για το «ταξίδι του». Αθόρυβα.
Έπειτα από λίγες μέρες, σαν σήμερα στις 10 του Σεπτέμβρη, το απόγευμα κατά τις 6 που ο ήλιος είχε γλυκάνει από την αψάδα του, ο αδερφός μου πήρε το δρόμο της «επιστροφής», περικυκλωμένος από αγαπημένα πρόσωπα.
Μακριά του, βρισκόντουσαν μονάχα εκείνοι που είχαν ευεργετηθεί από αυτόν.
Αυτή είναι η ζωή.
Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος