Μεγαλόπολη – από την αρχαιότητα μέχρι το σήμερα
Για την Αρκαδία, έχουν γραφτεί πολλά βιβλία στην εποχή μας -και όχι μόνο-, μελέτες, άρθρα, πονήματα, και δίνουν πλούτο με την παρουσία τους στη βιβλιογραφία όλων των επαρχιών της. Για τη Μεγαλόπολη και τις άλλες επαρχίες της Αρκαδίας, οι συγγραφείς επικεντρώνονταν συνήθως σε τοπικό επίπεδο με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις αλλά με άξια λόγου έργα. Σφαιρικά, σαν ενιαίο χώρο, ειδικότερα για τη Μεγαλόπολη, ένα μνημειώδες έργο δημοσιεύθηκε το 2022, των συγγραφέων Μαγδαληνής Ι. Γαλάνη & Θεόδωρου Ι. Γαλάνη με τον τίτλο: «Η Επαρχία Μεγαλόπολης Αρκαδίας μέσα από πρωτογενές ιστορικό αρχειακό υλικό, 1821-1912, 1104 σελίδων». Σήμερα όμως, έν έτι 2026, έρχεται ακόμα ένα μεγάλο έργο, ένα λεύκωμα, αυτό κάπως διαφορετικά από τα άλλα και αναφέρεται στη Μεγαλόπολη, την μεγάλη αδικημένη (κατά τη γνώμη μου) και την καθιστά εκ νέου Μεγάλη Πόλη. Ένα λεύκωμα που είναι έργο ζωής του συγγραφέα της, του Γιάννη Ασημακόπουλου με καταγωγή από το Ίσιωμα Καρυών, που ενοποιεί τον χώρο της, τον φωτίζει, και μας καλεί να τον γνωρίσουμε από τα βάθη της ιστορίας έως και τις μέρες μας.
«Μεγαλόπολη
Από την αρχαιότητα μέχρι το σήμερα»
«Την πορεία αυτού του τόπου και αυτών των ανθρώπων -ίδιοι πάντα στο πέρασμα των χιλιετιών- έγινε προσπάθεια να σκιαγραφήσουμε σε τούτο το λεύκωμα σε αδρές γραμμές, με εικόνες και λίγα λόγια», σημειώνει ο συγγραφέας στο προλογικό του σημείωμα. Και πράγματι, ξεκινά εντυπωσιακά το λεύκωμά του με το ρήγμα του Αλφειού ποταμού και συνεχίζει με την Αρκαδία της αρχαιότητας που ήταν εξ ολοκλήρου μεσόγεια.
Όταν μιλάμε για Αρκαδία, θα πρέπει να έχουμε στο νου μας το Λύκαιο όρος, το ιερό βουνό των Αρκάδων, διότι όλα από αυτό ξεκίνησαν. Σε αυτό πρωτοκάθισε ο Πάνας και τον διαδέχθηκε ο Δίας για να δώσει στην Αρκαδία οικουμενική διάσταση. Ο συγγραφέας προχωρεί προσεκτικά, καταθέτει αναλυτικά το Λόγο του Μύθου -την αρχαιότατη δηλαδή ιστορία μας-, με την Αιγύτιδα στη νότια πλευρά της, την Παρράσια χώρα με κέντρο τη Λυκόσουρα (την πρώτη κατά τον Παυσανία οργανωμένη κοινωνία του αρχαίου κόσμου), ξεκαθαρίζει τα πράγματα με την καταγωγή του Δία που τον διεκδικούν εσφαλμένα -αν όχι αυθαίρετα- οι Κρήτες, και φτάνει στον Λυκάωνα, τον αναμορφωτή, όπως τον ονομάζει. Πράγματι, ο Λυκάων, ο γιός του Πελασγού, ήταν αυτός που αναμόρφωσε την Αρκαδία, ίδρυσε τη Λυκόσουρα, θέσπισε τα Λύκαια, αγώνες παλαιότερους από τα Παναθήναια.
Στη Λυκόσουρα στέκεται αρκετά ο συγγραφέας και δικαίως. Η πόλη αυτή είχε στα σπλάχνα της το ναό της Δέσποινας και το περίφημο σύμπλεγμα του Δαμοφώντα που αναπαριστούσε την Δέσποινα, την Δήμητρα, την Αρτέμιδα και τον τιτάνα τον Άνυτο. Μάλιστα, το αναφερόμενο σύμπλεγμα κοσμεί και το εξώφυλλο του λευκώματος.
Ο Λυκάων απέκτησε πενήντα τέκνα που στη συνέχεια βασίλευσαν στην Αρκαδία αλλά και έξω από τα όρια της, ο Μάκενδος ίδρυσε το έθνος των Μακεδόνων, ο Φθίος τη Φθιώτιδα, ο Νύκτιμος στην Ιταλία κ.ά. Τόσο όμως ο πατέρας κι άλλο τόσο τα παιδιά του, υπήρξαν ασεβείς και τιμωρήθηκαν από τον Δία. Εδώ ο συγγραφέας στέκεται σε κάθε μυθολογικό γεγονός και μας δίνει πληροφορίες, με τρόπο τέτοιο που υπάρχει μία συνέχεια στην εξέλιξη.
Περπατώντας στην αχλή της δημιουργίας ο συγγραφέας, σταδιακά περνά από τους μυθολογικούς χρόνους στους ιστορικούς, σε αυτούς που μας είναι πιο οικείοι και δεν επιδέχονται ερμηνειών. Μας δίνει λεπτομέρειες από την ίδρυση της Μεγάλης Πόλης, από το σπουδαίο θέατρο της και που δυστυχώς δεν έχει αξιωθεί η Πολιτεία να το αναστηλώσει ακόμη, αναφέρεται στο Βουλευτήριο (Θερσίλειο), εκεί όπου ανδρώθηκε και το «Αρκάδων Κοινόν» και φανέρωνε τη δημοκρατική φύση των Αρκάδων μιάς κι ελεύθερα σε αυτό εξέφραζαν τις ιδέες τους. Δεν παραλείπει τους επιφανείς Μεγαλοπολίτες του αρχαίου κόσμου, τον Νίκωνα -ποιητή τραγωδιών-, τον Πυλάδη -κιθαρωδό-, τον Διοφάνη -στρατηγό της Αχαϊκής Συμπολιτείας-, και φυσικά τον μέγιστο στρατηγό Φιλοποίμενα που εναντιώθηκε στους Ρωμαίους αλλά θανατώθηκε από τον Δεινοκράτη.
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή που καταλύθηκε η Μεγάλη Πόλη και απώλεσε τη παλιά της αίγλη, ένα τέκνο της, ο Πολύβιος, έμελλε να γίνει ο μεγαλύτερος ιστορικός της Ελληνιστικής περιόδου.
Στους νεώτερους χρόνους, κάνει αναφορά για τις ορδές του Αλάριχου που γκρέμισαν τον αρχαίο κόσμο και δεν γλύτωσε ούτε ο πολιτισμικός πλούτος της Μεγαλόπολης, της Λυκόσουρας με το ιερό της Δέσποινα, συνεχίζει με το επόμενο κεφάλαιο που ονομάζει «Παρακμή» εύστοχα, με την κάθοδο των Σλάβων, των Αρβανιτών και τέλος την περίοδο της Ενετοκρατίας-Τουρκοκρατίας.
Υμνεί την Αρκαδία στη συνέχεια μέσω της ειδυλλιακής Αρκαδίας που γεννήθηκε τον καιρό της Αναγέννησης με το Αρκαδικό Ιδεώδςς και τους «ποιμένες» του Poussin και φτάνει στην εποχή της Επανάστασης του 1821.
Στο κεφάλαιο με τους ευρωπαίους περιηγητές, κάνει εκτενή αναφορά στον Βλαδίμηρο Νταβίντωφ που επισκέφτηκε όλους τους ιερούς τόπους της Μεγαλόπολης και του Λυκαίου όρους, καθώς και στον Εντγάρ Κινέ και σιγά-σιγά φτάνει στην εποχή μας, στη Μεγαλόπολη και τους οικισμούς της, μικρούς και μεγάλους και καταθέτει κάθε πληροφορία γι’ αυτούς. Δεν παραλείπει φυσικά ν’ αναφερθεί στη ζωή της υπαίθρου όταν η αγροτική οικονομία ανθούσε, στις συνθήκες ζωής, στα ήθη και έθιμα.
Σε ξεχωριστό κεφάλαιο αναφέρεται λεπτομερώς στους λιγνίτες της Μεγαλόπολης, στις επιπτώσεις που είχε η εξόρυξή τους στο περιβάλλον, και κάνει μία συγκλονιστική αναφορά με το μνημείο των νεκρών – με τους νεκρούς εργάτες της ΔΕΗ Μεγαλόπολης, και δεν παραλείπει τέλος ν’ αναφερθεί και στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής από τα λιγνιτικά πεδία.
Σε επόμενο κεφάλαιο μας πληροφορεί για τις Παλαιοανθρωπολογικές & Παλαιοντολογικές έρευνες στη λεκάνη της Μεγαλόπολης που ήρθαν στο φως, κυρίως με την εξόρυξη του λιγνίτη. Παλαιοντολογικά εργαλεία, απολιθωμένοι γιγάντιοι σκελετοί, ένας χαυλιόδοντας μεγάλων διαστάσεων, και άλλα ευρήματα, επαληθεύουν τις αναφορές του Παυσανία που έγραφε: «Βρίσκονται εκεί κόκαλα που ξεπερνούν σε μέγεθος τα ανθρώπινα».
Στο τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας μας δίνει πληροφορίες για τη λαϊκή αρχιτεκτονική, κάνοντας αναφορά στις κλασικές κατοικίες με το ανωγοκάτωγο ή αυτές του μονόχωρου τύπου, στις βρύσες, στα γεφύρια, στις εκκλησίες, στ’ αλώνια και σε κάθε έργο του ανθρώπου που βοήθαγε και απάλυνε τον βίο του.
Το μεγάλο αυτό έργο του Γιάννη Ασημακόπουλου, που από τη στιγμή που κυκλοφόρησε απόκτησε τον τίτλο του «κλασικού», αποτελείται από 367 σελίδες και είναι διαστάσεων 33 επί 24,6 εκ. Είναι ίσως η σημαντικότερη αναφορά για τον χώρο της Μεγαλόπολης στην ελληνική τουλάχιστον βιβλιογραφία που ξεκινά από τον Λόγο του Μύθου μέχρι την εποχή μας. Η παράλληλη κατάθεση φωτογραφιών υψηλής ανάλυσης, δίνουν στον αναγνώστη ένα ελκυστικό έργο προς μελέτη. Ανοίγοντας τις σελίδες του, βρίσκεσαι στις αυλές τριών ορέων, του Λυκαίου, του Μαινάλου και του Ταϋγέτου, στον περίκλειστο δηλαδή χώρο της Μεγαλόπολης από τα κάστρα της Πελοποννήσου.
Ένα έργο κόσμημα για κάθε φιλίστορα που αναζητά την ιστορική συνέχεια της ζωής, ειδικότερα στη λεκάνη της Μεγαλόπολης.
=====
Σημείωση: Το λεύκωμα «Μεγαλόπολη - Από την αρχαιότητα μέχρι το σήμερα», έκδοση του Αναπτυξιακού Οργανισμού Ο.Τ.Α. Αρκαδία Α.Ε., προς το παρόν διατίθεται δωρεάν από τον Δήμο Μεγαλόπολης.
Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος